Δεν μπορώ να μη διακόψω τη σιωπή μου μπροστά στον “συφοριασμένο”, όπως αποκαλουσε ο Pablo Neruda* τον στρατηγό Francisco Franco, Francisco Rajoy Franco, ένα από τα χαϊδεμένα υπότροφα ψυχοπαίδια των “προγραμμάτων” της γερμανικής ναζιστικής ΕΕ, που “ζωγράφισε” χθες τη δική του Guernica της απεχθούς βίας στην Καταλωνία, για να δικαιώσει τον Pablo Picasso, που έλεγε, πως “δεν υπάρχει στην τέχνη, ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον. Η τέχνη που δεν είναι στο παρόν, δεν θα υπάρξει ποτέ” (Il n’y a en art, ni passé, ni futur. L’art qui n’est pas dans le présent ne sera jamais).
Αυτό ισχύει περισσότερο για την “τέχνη” της φασιστικής βίας, που στην ΕΕ της υποκρισίας αποκαλείται “δημοκρατία”.
* Το ποίημα του Pablo Neruda “Ο στρατηγός Φράνκο στην κόλαση”** είναι και σήμερα επίκαιρο για την Ισπανία του Francisco Rajoy Franco, όσο και ο πίνακας “Guernica” του Pablo Picasso.
ΔΑ
** “Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΦΡΑΝΚΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Συφοριασμένε, ούτε η φωτιά ούτε το βραστό ξίδι
σε μια σπηλιά με μάγισσες, ούτε ο καταλύτης πάγος
ούτε η σαπρή χελώνα που αλυχτώντας και κλαίγοντας
με φωνή γυναίκας νεκρής σου ξύνει την κοιλιά
ψάχνοντας για μια βέρα γάμου κ’ ένα παιγνίδι αποκεφαλισμένου παιδιού,
δεν θα ΄ ναι για σένα παρά μια σκοτεινή πόρτα,
ρημαγμένη.
Αλήθεια,
Κόλαση από κόλαση δεν έχει διαφορά.
Πέρα απ’ τα ουρλιαχτά
των λεγεώνων σου, το άγιο γάλα
των μανάδων της Ισπανίας, το γάλα και τα πατημένα
βυζιά
στους δρόμους, υπάρχει ακόμη ένας άλλος κόσμος, μια
άλλη σιωπή, μια τελευταία πόρτα σπασμένη.
Εδώ είσαι. Θλιβερό καπάκι ματιού, περίττωμα
μακάβριων όρνιων τάφου, φτύσμα πηχτό, σύμβολο
της προδοσίας που το αίμα δεν σβήνει. Ποιός, ποιός ήσουν,
ώ άθλιο φύλλο αρμύρας, ώ σκύλε της γης,
ώ, αφορεσμένη κιτρινίλα σκότους.
Η φλόγα πισωδρομεί δίχως στάχτη,
η αλμυρή δίψα της κόλασης , οι κύκλοι
του πόνου χλωμιάζουν.
Καταραμένε, που το ανθρώπινο μονάχα
να σε κυνηγάει, στην απόλυτη φωτιά των πραγμάτων,
να μη λυώσεις, να μη χαθείς,
στο γύρισμα των χρόνων, και να μη σε κόβει το πυρωμένο
γυαλί
ούτε ο άγριος αφρός.
Μόνος, μόνος, για όλα τα δάκρυα
μαζεμένα, για μια αιωνιότητα από χέρια νεκρά
και βγαλμένα μάτια, μόνος σε μια σπηλιά
της κόλασης σου, τρώγοντας σιωπηλό αίμα και πύον
για μια μοναχική καταραμένη αιωνιότητα.
Δεν σου πρέπει ο ύπνος
ακόμη και με καρφωμένα μάτια : πρέπει
να ξαγρυπνάς, Στρατηγέ, αιώνια ξύπνιος
ανάμεσα στις νέες λεχώνες που σαπίζουν,
τουφεκισμένες το Φθινόπωρο. Όλες, όλα τα θλιμμένα,
κομματιασμένα βρέφη,
στην κόλαση σου με αγωνία προσμένουν
τη μέρα της κρύας γιορτής : την άφιξη σου.
Μαυρισμένα βρέφη από την έκρηξη,
κομμάτια κόκκινου μυαλού, αγγελιαφόροι
τρυφερών σπλάχνων, σε περιμένουν όλα, όλα στην ίδια στάση
προσπεράσματος του δρόμου, να κλωτσήσουν την μπάλα
να κλέψουν ένα φρούτο, να χαμογελάσουν ή να γεννηθούν.
Να χαμογελάσουν. Έχει χαμόγελα
που τα’ πνιξε το αίμα
που περιμένουν με σκορπισμένα δόντια
και μάσκες από σύνθετο υλικό, σκαμένα πρόσωπα
από το μπαρούτι, και τα φαντάσματα
δίχως όνομα, οι σκοτεινές
κρυψώνες γι’ αυτούς που δεν σηκώθηκαν
από τα κρεβάτια τους μέσα από τα ερείπια. Όλοι σε
περιμένουν για να περάσουν τη νύχτα.
Γεμίζουν τις μπασιές,
σα σαπισμένα φύκια.
Είναι δικοί μας, ήταν δική μας
σάρκα, δική μας υγεία, δική μας
μεταλλική γαλήνη, δικός μας ωκεανός
από πλεμόνια κι αγέρα. Αυτοί κάναν
ν’ ανθίζουν τα χωράφια. Τώρα, πιο κείθε από τη γη
ουσία αποδιοργανωμένη,
ύλη δολοφονημένη, αλεύρι νεκρό,
στην κόλαση σου περιμένουν.
Ο πόνος και η τρομάρα με τον καιρό ατονούνε,
ανάμεσα στους νεκρούς, μόνος, ξάγρυπνος να’ σαι,
καταραμένος, μόνος και δίχως τέτοια ελπίδα,
απάνω σου να πέφτει βροχή το αίμα, κ’ ένα
ποτάμι αγωνίας από βγαλμένα μάτια
να σε πηγαινοφέρνει κοιτάζοντας σε ατελείωτα”.






