Κάτω από το “χαλί του Μαρτίου” κρύβει τα προβλήματα η κυβέρνηση την ώρα που οι εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα, από τα υγειονομικά και τα κοινωνικά έως τα οικονομικά και τα εθνικά, δημιουργούν ένα μείγμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποδειχθεί εκρηκτικό. Μια σπίθα ίσως και να είναι αρκετή…
Οι δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη ότι στις 26 του μήνα θα έρθει το εμβόλιο στη χώρα μας και από τις 27 θα ξεκινήσουν οι εμβολιασμοί έχουν καθαρά επικοινωνιακή στόχευση από τη στιγμή που προηγήθηκε η επίσημη ανακοίνωση ότι τουλάχιστον για τον Ιανουάριο δεν πρόκειται να γίνουν περισσότεροι από εμβολιασμοί 150.000 ατόμων αντί των 2.000.000 που υπολογίζονταν αρχικά.
Η χρονική αυτή καθυστέρηση προκαλεί ένα ντόμινο παρενεργειών σε όλους τους κρίσιμους τομείς για την αντιμετώπιση των οποίων δεν έχει καταρτιστεί κανένα συγκεκριμένο πλάνο, εκτός από τα συνήθη “μπαλώματα” που εφαρμόζονται έως τώρα. Η ανησυχία για το κλίμα που διαμορφώνεται είναι έκδηλη στο κυβερνητικό στρατόπεδο και δεν φαίνεται να μετριάζεται από τη συνεχιζόμενη δημοσκοπική υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.
Άλλωστε τα ποιοτικά στοιχεία όλων των μετρήσεων, ακόμη κι εκείνων που δείχνουν το κυβερνών κόμμα να κινείται στα επίπεδα του 40% και να προηγείται άνω των 15 ποσοστιαίων μονάδων, γίνονται ολοένα και πιο δυσμενή καταγράφοντας τη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς, το φόβο για την εξέλιξη της πανδημίας και την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα και την επιβίωση του καθενός. Η ανασφάλεια, ο θυμός, η μοναξιά και η στασιμότητα είναι τα αισθήματα που κυριαρχούν μέσα στην καρδιά του δεύτερου lockdown στην ελληνική κοινωνία. Κι όταν δεν υπάρχουν θετικά αισθήματα, εύκολα η μονομερής ανάγνωση των αριθμών στις δημοσκοπήσεις οδηγεί σε βιαστικά συμπεράσματα. Ένα μικρό μόνο ποσοστό εκφράζει “ηρεμία”, το οποίο απαρτίζεται κυρίως από ανθρώπους με υψηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερης ηλικίας.
Επίσης, ένα στοιχείο το οποίο δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποκρυβεί -όσο και να ωραιοποιείται- αφορά τις ισχυρές επιφυλάξεις για το εμβόλιο. Έστω και εάν η κυβέρνηση επιμένει ότι θα είναι προαιρετικό αλλά μεθοδεύει να επιβάλει, πλαγίως, όρους υποχρεωτικότητας, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό που κινείται άνω το 20% δηλώνει ότι δεν πρόκειται να το κάνει κι ένα πολύ μεγαλύτερο, που φθάνει γύρω στο 45% απαντά ότι θα περιμένει και θα πράξει αναλόγως. Επί της ουσίας μόνο ένας στους τρεις λέει ότι θα κλείσει ραντεβού για το εμβόλιο. Αυτό από μόνο του δημιουργεί σοβαρό κενό αφού για να δημιουργηθούν συνθήκες ανοσίας απαιτείται να εμβολιαστεί πάνω από ποσοστό 60% του πληθυσμού και σε βάθος αρκετών μηνών. Επίσης, είναι εμφανές ότι παρά τη σπέκουλα που -γίνεται και διεθνώς- για τους “αρνητές” του εμβολίου, δημιουργούνται προϋποθέσεις για να αποκτήσει το λεγόμενο “αντιεμβολιαστικό κίνημα” δυναμική ευρύτερων αμφισβητήσεων γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες καθώς και να μετατραπεί σε καταλύτη πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων.
Με αυτά τα δεδομένα, πάντως, τινάζεται στον αέρα ο σχεδιασμός που είχε κάνει -επί χάρτου- η προκειμένου να δρομολογηθεί έως την άνοιξη η επιστροφή στην “κανονικότητα” και να υπάρξει ταχεία εξισορρόπηση των οικονομικών μεγεθών με την ελπίδα ότι ο στόχος των 18 εκατομμυρίων τουριστών για φέτος είναι εφικτός. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι και ο γνωστός αντιλήψεων διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρας έσπευσε να νίψει από τώρα τα χείρας δηλώνοντας ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να έρθει αξιοσημείωτη ανάπτυξη τη νέα χρονιά είναι να ανοίξει η αγορά τον Ιανουάριο και να μην ξανακλείσει.
Όμως με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, όλα οδηγούν στο αντίθετο και ενισχύουν την εκτίμηση ότι και το 2021 θα είναι κατά ένα μεγάλο μέρος “χαμένη χρονιά”. Η επιβολή σκληρού lockdown σε τρεις δήμους της Δυτικής Αττικής -και από χθες τα ξημερώματα στην Κοζάνη- είναι προπομπός για επέκτασή του και σε άλλες περιοχές με τους επιστήμονες να κάνουν ήδη δυσοίωνες προβλέψεις ακόμη και για το Πάσχα ενώ η οικονομική δραστηριότητα -παρά τα εφευρήματα τύπου click away– βουλιάζει ολοένα και περισσότερο. Μπορεί το επιχείρημα να είναι ότι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες υποχρεώθηκαν αυτό το διάστημα σε σκληρότερα μέτρα, αλλά σκοπίμως αγνοούνται οι τεράστιες δομικές διαφορές στις αντοχές π.χ. της γερμανικής οικονομίας.
Άλλωστε, όσο κι αν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης το υποβαθμίζουν, ενισχύεται η αμφισβήτηση για την αποτελεσματικότητα, πλέον, των καθολικών lockdown ως προς την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Όπως επίσης δυναμώνουν -και στη χώρα μας- οι φωνές απ όλο το φάσμα για το κατά πόσο είναι σωστό να μη δίνεται, αντί του εμβολίου, προτεραιότητα στην προμήθεια των φαρμάκων που ήδη χορηγούνται στο εξωτερικό όπως στις ΗΠΑ για τους ασθενείς ήπιας και μέσης κατάστασης. Πέραν αυτού, πληροφορίες αναφέρουν ότι εκφράζονται αρκετές αμφιβολίες και για τη σωστή προετοιμασία των 1.018 εμβολιαστικών κέντρων που έχει ανακοινωθεί ότι θα λειτουργήσουν ανά την Ελλάδα. Δεδομένης και της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου εμβολίου, η έως τώρα αρνητική εμπειρία -ακόμη και με την καταγραφή των κρουσμάτων από τον ΕΟΔΥ- κάνει αρκετούς (και από το χώρο των επιστημόνων) να ανησυχούν για τυχόν νέο φιάσκο.
Όπως και νάχει, τα αδιέξοδα που συσσωρεύονται είναι τόσα και τέτοια που οι επικοινωνιακές ενέσεις δεν δείχνουν αρκετές πια για να καλύψουν τα προβλήματα. Ενδεχομένως ούτε και το σχεδιαζόμενο λίφτινγκ μέσω του ανασχηματισμού που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θα επιτρέψει στον κ. Μητσοτάκη απλώς να αγοράσει λίγο πολιτικό χρόνο. Η κυβέρνηση δείχνει αυτή τη στιγμή να βρίσκεται μπροστά σε “κενό αέρος”, όπως χαρακτηριστικά παραδεχόταν στέλεχός της, παρά την πολιτική αυταρέσκεια της ηγεσίας της.
Ανδρέας Καψαμπέλης




