Ξεφυλλίζοντας δύο παλαιότερα βιβλία του καθηγητή Θεόφιλου Πουταχίδη, βρήκα δύο ενδιαφέροντα αποσπάσματα που -δυστυχώς- είναι πολύ επίκαιρα. Αν συνεχίσουμε να μη δίνουμε σημασία σε πράγματα αναλυμένα από πριν και συχνά σε ανύποπτους χρόνους ειπωμένα, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε συνεχώς τις ίδιες τραγωδίες.
Από το βιβλίο του καθηγητή ΑΠΘ Θεόφιλου Πουταχίδη «Σαν Παλιόψαθα των Εθνών» (Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2017) απόσπασμα από άρθρο του με τίτλο «Ονειρεμένη φυλακή», (δημοσιευμένο στις 24.1.2017,πηγή pontos–news):
«Η σιχαμερή διαφθορά, ο εκμαυλισμός και το ξεπούλημα της συνείδησης, όχι από αυτούς που δεν έχουν, αλλά αντίθετα, από τους αχόρταγους που έχουν κάνει θεό τους το χρήμα, είναι έγκλημα. Οι επιπτώσεις του ξεπεσμού μας ως κράτους στη ζωή των πολιτών είναι αδύνατον να υπολογιστούν με ακρίβεια. Όχι μόνο γιατί είναι αμέτρητες – κυρίως, γιατί επέρχονται σε κάθε περίπτωση ως αλυσίδα αλληλένδετων γεγονότων, συμβάντων και περιπλοκών.
Αν κανείς εξετάσει με καθαρό μυαλό τη μεγάλη εικόνα, χωρίς να μπερδευτεί μέσα στον κυκεώνα των γεγονότων που κατέστρεψαν, για παράδειγμα, τη ζωή ενός πολίτη, εύκολα θα διαπιστώσει την ευθύνη του διεφθαρμένου κράτους. Τα κοινωνικά φαινόμενα είναι περίπλοκα, χαοτικά. Δεν μπορούμε πάντοτε μέσα σε αυτά να ανακαλύψουμε απλές, καθαρές γραμμικές σχέσεις αίτιου και αποτελέσματος. Δηλαδή, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το διεφθαρμένο μας κράτος δεν κινείται προμελετημένα, για να ρίξει δηλητήριο στην κούπα ενός συγκεκριμένου, ανυποψίαστου πολίτη. Με τον τρόπο της λειτουργίας του, όμως, αυξάνει δραματικά τις πιθανότητες αυτός να δηλητηριαστεί κάπου, κάπως, κάποτε.
Αυτή η στατιστικώς σημαντική αύξηση της πιθανότητας, στη δική μου λογική είναι εγκληματική. Όποιος δεν το παραδέχεται είναι κοντόφθαλμος. Όποιος κάνει ότι δεν το παραδέχεται, υποκριτής. Όποιος πάει να το κρύψει θολώνοντας τα νερά, ανεύθυνος. Όποιος κατηγορεί για λαϊκιστές όσους το επισημαίνουν, επίβουλος. Κι όποιος επιχειρεί με δημόσιο λόγο να υποτιμήσει τη σοβαρότητά του, είναι συνεργός στο έγκλημα».
Από το βιβλίο του καθηγητή ΑΠΘ Θεόφιλου Πουταχίδη «Πενήντα και οκτώ αλεξίκακα άρθρα» (Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2021) απόσπασμα από άρθρο του με τίτλο «Εδώ, ο κόσμος καίγεται», (δημοσιευμένο στις 31.7.2018, πηγή pontos–news, μετά την τραγωδία στο Μάτι Αττικής και πριν τις προηγούμενες εκλογές):
«Έτσι είναι οι παλιόψαθες (των εθνών): εύφλεκτες∙ κι όποιον πάρει ο χάρος. Αλίμονο στον κοσμάκη που δεν φταίει σε τίποτε. Έμπρακτη στήριξη, βοήθεια, συμπόνοια, δάκρυα, προσευχή και σιωπή – πώς ν’ αμβλυνθεί αυτός ο πόνος; Ακόμα και την ημέρα του εορτασμού της λεγόμενης «Αποκατάστασης της Δημοκρατίας», η αρρώστια που κατατρώγει και τη δημοκρατία και την έρμη τη χώρα μας, θέρισε πάλι τόσο κόσμο.
Στην αρθρογραφία μου, όλον αυτό τον καιρό, έγραψα πολλά γι’ αυτήν την αρρώστια. Προσπάθησα ν’ αναλύσω τα αίτια και ν’ αναδείξω την παθογένεια και όλες τις πτυχές του μηχανισμού της με πάσα λεπτομέρεια. Αφιλοκερδώς, ανιδιοτελώς, με αγάπη, φιλοπατρία και πόνο ψυχής έγραψα∙ κι όσοι νομίζουν ας “βάλουν βάση εις τα γραφόμενά μου”.
Βλέπετε, η «Αποκατάσταση της Δημοκρατίας» στην πατρίδα μας δεν υπήρξε ποτέ άρτια και πλήρης. Κι έτσι, ο τρόπος που κυβερνιόμαστε μοιάζει περισσότερο με έναν ιδιότυπο κομματικό φεουδαλισμό παρά με οτιδήποτε άλλο. Μοιάζει η κρατική μας οντότητα με μια κλινική που στελεχώθηκε με λανθασμένο τρόπο κι ευνοιοκρατικά με μέτριους και κακούς χειρουργούς. Κι εκεί που τα διεθνώς αποδεκτά ποσοστά θανάτων σε τέτοιες κλινικές είναι 2%, στη δική μας είναι 40%. Ούτε 4%, ούτε 10% είναι, για να πει κανείς ότι μπορεί να έτυχε έτσι φέτος, ας το δούμε καλύτερα. Το 40% δεν μπορεί να είναι τυχαίο∙ δεν τρώγεται με τίποτα, δεν δικαιολογείται…
…Σίγουρα, μερικά πράγματα είναι αναπόφευκτα μέσα στη ζωή. Και φυσικές καταστροφές θα γίνουν, κι ατυχήματα θα υπάρξουν, και κακές στιγμές, αμέλειες κι ανθρώπινα λάθη. Αυτό, μας λένε οι στατιστικές, πως είναι το 2% – άντε το 4%. Έξι να το κάνω εγώ για σένα που λες (αν και δε συμφωνώ μαζί σου) πως Ελλάδα είμαστε και πως Γερμανία (στην οργάνωση και στην πειθαρχία) δεν θα γίνουμε ποτέ… Μέχρι το 40 τι γίνεται, όμως, βρε παιδιά; Ζωούλες ανθρώπινες, θαυμάσιες και μοναδικές είν’ αυτά τα νούμερα!
Αν είχε στόμα και μιλιά ο αδικοχαμένος, νά τι θα μας έλεγε: Εμένα κόπηκε τώρα το νήμα της ζωής μου πάνω στη γη και γυρισμός δεν είναι. Είμαι τώρα στην πάνω εκκλησία τη θριαμβεύουσα κι εδώ το χρήμα που μετράει είν’ άλλο. Μνημόσυνα να μου κάνετε και προσευχές, να λέτε “Θεός σχωρέσ’ τον”∙ αυτά μετράν εδώ. Αλλά –για εσάς πιο πολύ το λέω– θα πρέπει να βάλετε μια μετάνοια καλή, στρωτή, καλογερίστικη που λένε, στους συγγενείς και στους αγαπημένους μας που αφήσαμε πίσω και πονούν. Ότι άδικα φύγαμε.
Κι αυτό που φαντάζομαι να λέει, δεν είναι τυχαίο. Βλέποντας τα πράγματα από πάνω με άλλη προοπτική, μας καλεί να μεταστρέψουμε το νου μας, ν’ αλλάξουμε τη νοοτροπία μας (μετά-νοια). Έτσι θα συλλυπηθούμε τους χαροκαμένους∙ προνοώντας και προλαμβάνοντας τους επόμενους άδικους κι αναπάντεχους χαμούς. Πρέπει να μαζέψουμε τα ποσοστά των απωλειών της κλινικής μας στα διεθνώς αποδεκτά επίπεδα. Να ήταν μαγαζί, θα το κλείναμε∙ μα έλα που οι χώρες δεν είναι μαγαζιά!
Οι φωνές των αδικοχαμένων δεν με αφήνουν να ησυχάσω. Κι έτσι, ονειρεύομαι την ολοκληρωτική πολιτική μετάνοια και στροφή. Αυτήν που θα φέρει τη σαρωτική αλλαγή ολόκληρου του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού στις επόμενες εκλογές. Κι όταν λέω ολόκληρου, εννοώ ολόκληρου».




