Στο μικρό δυάρι του κέντρου η Σούλα έπινε την τελευταία γουλιά από το καταραμένο φτηνιάρικο ουίσκι που ήξερε πως της ξεραίνει τα σωθικά, πως την σακατεύει, όμως είχε γίνει ένα με δαύτο, το ‘χε κολλήσει στο πετσί και στο είναι της.
Δεν είχε τίποτα πια να πιαστεί κι ούτε είχε και διάθεση.
Το σώμα της το έβλεπε να μαραίνεται μέρα με τη μέρα κι εκείνο το σφριγηλό που χάζευε στους καθρέφτες ήταν πια μια χαλαρή σάρκα ποτισμένη στην κυτταρίτιδα.
Δεν την ένοιαζε να είναι μόνη και τα κατάφερνε, όσο κι αν μια καλή κουβέντα χρειάζεται σε όλους.
Διαβάστε τη συνέχεια στο https://balsamopsyxhs.gr/2025/02/11/μοναχή-φιλοθέη-από-αναπληρωματική-μι/






