Όσοι, παρ’ ελπίδα, διαβάζετε συχνά τα κείμενά μου, γνωρίζετε επαρκώς την αγάπη που τρέφω στον τεράστιο Τολστόι (Λέων Τολστόι, 1828-1910), ο οποίος, ταπεινά πιστεύω, πολύ έχει αδικηθεί από την παγκόσμια Λογοτεχνία. Αυτός ο μεγάλος άνδρας, ο σπουδαίος, στα 21 του χρόνια, εγκαταλείπει τις σπουδές στη Νομική για να αφοσιωθεί στους 700 και πλέον εργάτες των επιχειρήσεών του. Νέος τότε, υποστήριζε πως η φιλοδοξία είναι αρετή και αναλωνόταν για την ηθική τελιοποίηση. Νέος ήταν, καταλαβαίνετε!
Έμεινε τρία χρόνια με τους εργάτες της γης… μελαγχόλησε και κατέφυγε εθελοντής αξιωματικός στον Καύκασο. Αργότερα, ιδρύει σχολείο για χωρικούς (1858), αναζητά την ευτυχία στο πρόσωπο της συντρόφου του και μνηστής του μετέπειτα (1862 ο γάμος, 13 παιδιά) για να μεγαλουργήσει στο διάστημα 1862-1874, καταγράφοντας το παγκόσμιο αριστούργημα «Πόλεμος και Ειρήνη.
Η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας αφόρισε τον Τολστόι στα 1901! Ο ίδιος, μίλησε για τη «ζωώδη ατομικότητα» και υποστήριζε ότι η αθλιότητα του ανθρώπου προέρχεται όχι επειδή είναι ατομικότητα, αλλά επειδή εκλαμβάνει αυτή την ατομικότητα ως ζωή και ευτυχία! Και, ιδού, ιδού γιατί τον αγαπώ: γιατί, έστω και αργά, προ της κοίμησής του σε έναν παγωμένο σιδηροδρομικό σταθμό της Ρωσίας, σε ένα μοναχικό παγκάκι, αυτός ο μέγας είχε ψελλίσει καθάρια και αποστομωτικά: «Δεν υπάρχει παρά ένα μέσον διά να σταματήσει το κακόν: και αυτό είναι να αποδίδει κανείς καλόν αντί κακού, άνευ διακρίσεως προσώπων».
Τί; Νομίζει καθένας πως ο Τολστόι συμπεριφερόταν παράξενα από παραφροσύνη; Μόνο από άγνοια, ορφανός βλέπεις από 3 ετών παιδάκι! Όμως, αυτός, ο σπουδαίος, είχε το μεγαλείο να αποκηρύξει ιδέες και θέσεις που πάλαι ποτέ πρέσβευε και, έστω αργά, να εγκολπωθεί την υψοποιό αγάπη που, Κύριος οίδε ποια η μορφή της εντός της καρδιάς του λογοτέχνη!
Διότι, ακόμη και από εσφαλμένες ιδέες, ακόμη και από εκεί, αν ο άνθρωπος λογικοποιηθεί και χριστοποιηθεί καρδιακά, ακόμη και αν δεν τον γνωρίζει, Θεό έχει!
Δες τώρα παράδειγμα, πιστεύω, χαρακτηριστικό των όσων ανέφερα λίγο πριν! Ο Αναστάσιος ο Α΄ ο Δίκορος (491-518 μ.Χ.) διοίκησε τη βυζαντινή Αυτοκρατορία λελογισμένα. Για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Οστρογότθων, κατασκεύασε το περίφημο «Αναστασιανόν τείχος» ή «μακρόν τείχος». Από τη Σηλυβρία της Προποντίδας έως τους Δέρκους στον Εύξεινο Πόντο. Είχε μήκος 80 χιλ. και απείχε 50 χιλ. από την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Αυτός ο μακάριος προέβη στην κατάργηση του «χρυσάργυρου». Επρόκειτο για έναν χρηματικό φόρο των εμπόρων που οι τελευταίοι είχαν επιβάλει κάθε πέντε χρόνια. Μάλιστα, οι φτωχοί γονείς πωλούσαν ακόμη και τα παιδιά τους για να τον αποπληρώσουν. Και, όμως! Αυτός ο Αναστάσιος… είχε ένα μάτι γαλανό και ένα μαύρο, εξ ου και «Δίκορος!», γεγονός που δεν τον εμπόδισε να απεμπολεί τα φαύλα και να βλέπει ανθρωποκεντρικά εμπρός του!
Δεν εστιάζω σε μια ασίγαστη υπό πολλούς ¨αγαπολογία¨. Όχι, δεν με αναπαύει ούτε καν ο όρος αυτός. Όμως, εντός της αγιοπατερικής Γραμματείας, η αγάπη και η ταπείνωση είναι ¨αδελφωμένες¨ αρετές. Η χαρά δηλαδή, που γεύεται ο πιστός όταν αναλώνεται σε έργα ταπεινώσεως με
αγάπη, η χαρά αυτή δεν είναι κοσμική ικανοποίηση και δημόσια αναγνώριση, αλλά κρύφια πνευματική αγαλλίαση, είναι χορός και πανηγύρι του Ουρανού που κατορθώνει, έστω σπερματικά, να χωρεί και να ¨λειτουργεί¨ στο Ιερό Βήμα του ανθρώπου, εντός της καρδιάς του!
Η Γαλάτεια το έγραψε, το βίωσε, το αποτύπωσε διά βίου! Όποιος το άκουσε, όποιος το είδε, ξέρει το δρόμο, θα αναζητήσει το μονοπάτι, θα βρει ανάπαυση! Αρκεί, ως άλλοι «δίκοροι» πολλοί από εμάς, μη χάσουμε την οδό, μην κιοτέψουμε, αλλά με θάρρος και πίστη ας σπεύσουμε προς συνάντησή Του…
«Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι,
όλη η ζωή μου του χαμού!
Μα, από την κόλασή μου, στο φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σού μοιάζω..».




