MΕΡΟΣ Γ΄
Αναμφίβολα, οι Πατέρες χρησιμοποιούν πολλές φορές τις δύο έννοιες, θεωρία και πράξη. Την αναγκαιότητα της ενότητάς τους με τρόπο απόλυτα κατηγορηματικό, τόνισε ο ίδιος ο Χριστός, σε ότι αφορά τους όρους (θεωρία) της πίστεως στην εφαρμογή τους, ως ατομική και συλλογική προσέγγιση του Ευαγγελίου στην καθημερινότητα, εν χρόνω.
Στα παρακάτω εδάφια διακρίνουμε την οντολογική όψη της Ακριβείας∙ όψη οντολογική αλλά (ταυτόχρονα) και γνωσιολογική:
α) «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 7, 21).
β) «Τότε ο Ιησούς ελάλησε τοις όχλοις και τοις μαθηταίς αυτού λέγων∙ επί της Μωυσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι∙ πάντα ουν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιήτε, κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε∙ λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι» (Ματθ. 23, 1-3).
γ) «Τους αγαπώντας τον Θεόν ουκ εστιν εν λόγοις ο αγών, αλλ’ εν έργοις γενναίως παρατετάχθαι και πάντα κίνδυνον ετοίμους είναι παθείν υπέρ της ευσεβείας και του μη τη κοινωνία χρανθήναι των αιρετικών» (Αγ. Μάρκος Ευγενικός).
Η εντελεστάτη διατύπωση του ΙΕ΄ Κανόνος υπό της Πρωτοδευτέρας Συνόδου εκφράζει, νομοτελειακά, τον πραγματικό κόσμο της ευσεβούς αντίστασης του Λαού του Θεού κατά των αιρέσεων, όπως π.χ. η αντίσταση στην προσπάθεια επιβολής της ψευδενώσεως με τους Λατίνους (Φερράρα – Φλωρεντία 1438-1439) και στα νεότερα χρόνια κατά την περίοδο των Κολλυβάδων (1754-1819).
Στο νόημα – περιεχόμενο του ΙΕ΄ Κανόνα υπάρχει απόθεμα κατακτημένης – αντικειμενικής εκκλησιολογικής αντίστασης, γι’ αυτό και η Ιστορικότητά του δεν σημαίνει σχετικότητα (προαιρετικότητα) με την αγωνιστική έννοια αλλά, αντίθετα, υποχρεωτικότητα εφαρμογής του.
ΚΑΝΩΝ ΙΕ΄ (Α΄ τμήμα του)
«Τα ορισθέντα περί Πρεσβυτέρων και Επισκόπων και Μητροπολιτών, πολλώ μάλλον επί Πατριαρχών αρμόζει.
Ώστε ει τις Πρεσβύτερος, ή Επίσκοπος, ή Μητροπολίτης τολμήσοι αποστήναι της προς τον οικείον Πατριάρχην κοινωνίας, και μη αναφέρει το όνομα αυτού, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον, εν τη Θεία Μυσταγωγία, αλλά προ εμφανείας συνοδικής και τελείας αυτού κατακρίσεως, σχίσμα ποιήσοι∙ τούτον ώρισεν η αγία Σύνοδος πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι, ει μόνον ελεγχθείη τούτο παρανομήσας. Και τάυτα μεν εσφράγισταί τε και ώρισται περί των προφάσει τινών εγκλημάτων των οικοίων αφισταμένων προέδρων και σχίσμα ποιούντων και την ένωσιν της Εκκλησίας διασπώντων».
1ο Σχόλιο: Το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει – καθορίζει το πρώτο αυτό τμήμα του Κανόνα, είναι η μέριμνα – φροντίδα προστασίας της Εκκλησίας, της ενότητάς της, από το σχίσμα. Το πνευματικό εποικοδόμημα (Εκκλησία) καθορίζεται, το είναι της, από την ορθότητα της Πίστεως.
Όταν ο επίσκοπος αμαρτάνει μόνο στην πρακτική του ζωή, χωρίς αίρεση, δεν δικαιολογείται «μη αναφορά του ονόματός του, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον εν τη Θεία Μυσταγωγία», αφού δεν έχει προηγηθεί Συνοδική (τελεία) καταδίκη του. Χωρίς τη Συνοδική καταδίκη της (τυχόν) ηθικής – παραβατικής δραστηριότητας του Επισκόπου, η διακοπή της μνημονεύσεώς του μετασχηματίζει την Εκκλησιαστική πραγματικότητα σε Σχίσμα. (τέλος σχολίου)
ΚΑΝΩΝ ΙΕ΄ (Β΄ τμήμα του)
Στο Β΄ τμήμα του Ι. Κανόνος έχουμε συμπληρωτική – συμπληρωματική ανα-οριοθέτηση της εκκλησιολογικής συμπεριφορικής λειτουργίας του Σώματος των Ορθοδόξων έναντι των αιρέσεων, έναντι του αιρετικού επισκόπου (ποιμένος). Κοινό γνώρισμα των δύο τμημάτων ότι μοιράζονται μεταξύ τους μια θεμελιώδη (ουσιαστική) εκκλησιολογική ύλη, που είναι η προστασία της Εκκλησίας.
Και τα δύο τμήματα του Ι. Κανόνος χορηγούν οδηγητικούς κανόνες που καθορίζουν, με θεμελειακή αποσαφήνιση, την ορθή παραδεκτή αφετηρία στάσης έναντι επισκόπου που α) εφαρμόζει υποκειμενικούς παραμορφωτικούς κανόνες ηθικής (κλοπή, μοιχεία, κλπ) ή β) έναντι επισκόπου που κηρύττει δημόσια, φανερά (Γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας) θεωρητικά πρότυπα πίστεως αιρετικά, τα οποία Ορθόδοξος Σύνοδος έχει καταδικάσει ή η εκτατική στο πεδίο της Εκκλησίας διδασκαλία των Αγίων Πατέρων έχει αποδοκιμάσει (κατεγνωσμένη αίρεση). Τα δύο αυτά τμήματα έχουν, ως κύρια μέσα προστασίας της Εκκλησίας, μη δυνητικό χαρακτήρα.
Αν είναι δυνατόν, τα δύο αυτά κύρια μέσα – όπλα προστασίας της Εκκλησίας, να είναι όπλα δυνητικών απαντήσεων έναντι του Σχίσματος ή της αιρέσεως! Στο Β΄ τμήμα του, διαβάζουμε:
«Οι γαρ δι’ αίρεσιν τινά παρά των αγίων Συνόδων, ή Πατέρων, κατεγνωσμένην, της προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου δηλονότι την αίρεσιν δημοσία κηρύττοντος, και γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας διδάσκοντος, οι τοιούτοι ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υπόκεινται προς συνοδικής διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον Επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται. Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».
Το τμήμα αυτό του Ι. Κανόνος αναγορεύει και υψώνει σε πρώτο επίπεδο απειλής την αίρεση, όταν αυτή υπάρχει σε σύμπηξη φανερή με την διδασκαλία – πράξη του Επισκόπου∙ σύμπηξη που μπορεί να είναι και σημανάλυση, συνάθροιση δηλ. ετεροδιδασκαλιών, όπως συμβαίνει πολλές φορές στις θέσεις των σημερινών οικουμενιστών επισκόπων.
Η εφαρμογή του Ι. Κανόνα διασώζει την ελευθερία του πιστού, την δομική δηλ. συνάφειά του με την αλήθεια της Εκκλησίας, που είναι οι εντολές του Χριστού, η διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων και οι άγιες Σύνοδοι της Ορθοδοξίας.
Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
«Εάν φυλάττης τας εντολάς του Κυρίου και τους θείους και Ιερούς Κανόνας των πανευφήμων Αποστόλων, των Οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών και των κατά μέρος αγίων Πατέρων, ομοίως και τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας, με αυτά όλα γίνεσαι ως άλλη νέα Ιερουσαλήμ (αναπαύεται δηλ. στην ψυχή το Άγιο Πνεύμα).
Ήξευρε όμως ότι πολλούς εχθρούς μέλλεις να κινήσης κατ’ επάνω σου, τόσον δαίμονας όσον και ανθρώπους, οίτινες έχουν να σε μισήσουν, έχουν να σε κατηγορήσουν και να σε δυσφημήσουν με ονόματα αιρετικά και κακόδοξα. Διατί; Επειδή και δεν ομοιάζεις και συ με αυτούς μήτε θέλεις να παραβαίνεις τας εντολάς του Κυρίου και τους ιερούς Κανόνας και τα θείας παραδόσεις» (ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ – σελ. 160).
2ο Σχόλιο: Ο όρος «εκκλησιαστική κοινωνία» με τους αιρετικούς σημαίνει ευρεία ενότητα με την προσπάθειά τους να παραβαίνουν «τας εντολάς του Κυρίου και τους Ιερούς Κανόνας και τας θείας παραδόσεις». Αυτή ακριβώς η κοινωνία συνιστά την πνευματική μόλυνση, εκ της οποίας σε σώζει η εφαρμογή του ΙΕ΄ Κανόνα.
«Εμπεριέχεται δε και τω ΙΕ΄ Κανόνι της αγίας και μεγάλης της πρώτης και δευτέρας επονομασθείσης, ότι ου μόνον ανευθύνους είναι, αλλά και επαινετέους τους αποσχίζοντας εαυτούς και προ συνοδικής καταδίκης, από την δημοσία διδασκόντων αιρετικά διδάγματα, και όντων προφανώς αιρετικήν» (Πάντες οι Αγιορείτες προς Μιχαήλ Παλαιολόγον). Αναμφίβολα, η εν Αγίω Πνεύματι ανάλυση – ορθολογικότητα των Πατέρων, καθιστά τον Ι. Κανόνα υποχρεωτικό. (Συνεχίζεται)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ





