Την πραγματική ανάλυση και ερμηνεία του ΙΕ Κανόνα, στα καλά ξεχωρισμένα πλαίσια – ενότητές του, την δίνουν οι συντάκτες του, όταν προσέξουμε (ιδιαίτερα) την προσωπική – επιστημονική κατάρτισή τους στη Ρητορεία και Ρητορική∙ όταν προσέξουμε τη δομή του λόγου τους.
Σημείωση: Να υπογραμμίσουμε, ότι η τεχνική του λόγου, η αρχιτεκτονική του, ως έκφραση σκέψεων, εννοιών, ιδεών, γνώσης, έμπνευσης κ.λ.π., είναι η Ρητορική – Ρητορεία. Αξιόλογη η μελέτη του Διονυσίου Αλικαρνασέως «περί συνθέσεως ονομάτων».
Ο Μ. Φώτιος, γνωστός για την επιστημονική κατάρτισή του, οδήγησε την Σύνοδο (Α-Β) σε καλώς προσδιορισμένα νοήματα σύμφωνα με (ορισμένα) σχήματα του Ρητορικού λόγου, που είναι:
α) Ο Συμβουλευτικός λόγος β) ο Δικανικός και γ) ο Επιδεικτικός. Για να κατανοηθεί το υποχρεωτικό του Ι. Κανόνα, χρειάζεται η αίσθηση της κατασκευής των φράσεών του∙ χρειάζεται και η Δομική κατανόηση του Ρητορικού λόγου των Πατέρων, συντακτών του Ι. Κανόνα. Το ύψος του λόγου τους (επαναλαμβάνουμε) έχει άξονες, που είναι:
Ο Συμβουλευτικός λόγος που αποβλέπει στο συμφέρον και στο μέλλον∙ ο Δικανικός που αναφέρεται στο παρελθόν και στο νόμιμο – δίκαιο και ο Επιδεικτικός που ασχολείται με το παρόν, μνημονεύει το παρελθόν και εξάγει συμπεράσματα για το μέλλον.
Στον Συμβουλευτικό λόγο εμπεριέχεται ο προτρεπτικός λόγος και ο αποτρεπτικός, για πράξεις καλές ή αρνητικές, αντιστοίχως.
Αρκετές φορές οι νοηματικές συνδέσεις που υπάγονται σ’ ένα λόγο, μετέχουν και στις δύο άλλες μορφές του λόγου.
Ο Συμβουλευτικός λόγος έχει «σκοπό να προτρέψει σε πράξη συμφέρουσα ή να αποτρέψει από πράξη βλαβερή» (Δημήτριος Λ Σταμούλης – Δικηγόρος). Εκφράζει δηλαδή νόημα υποχρεωτικό∙ ο Συμβουλευτικός λόγος του Τρισαγίου Θεού (Εκκλησία) είναι προς το συμφέρον της Σωτηρίας, γι’ αυτό και είναι πάντοτε υποχρεωτικός. Η προαίρεση του ανθρώπου, όμως, οδεύει προς την κατεύθυνση που της δίνουμε εμείς, αν δηλ. τη σωτήρια συμβουλή την τοποθετήσουμε ως πολύτιμη σελίδα στο βιβλίο της ψυχής μας ως εφαρμογή ή, αντίθετα, την τσαλακώσουμε πετώντας τη, στον τενεκέ της αρνητικότητάς μας, χαρακτηρίζοντας την εφαρμογή της ως μη προαιρετική.
Η Ρητορική οπτική του ΙΕ Κανόνα αποτελεί, πιστεύω, κλειδί και προνομιακό είδος κατανόησης των θεολογικών – εκκλησιολογικών νοημάτων του.
Η τεράστια καλλιέργεια του Μ. Βασιλείου, υπογραμμίζει: «Μη παρέργως ακούειν των θεολογικών φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη λέξει και εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν εξιχνεύειν» (P.G. 32, 69).
Η Γλωσσο-φιλοσοφία των Πατέρων – συντακτών του Ι. Κανόνα, μας δίνει αφορμή να εκτιμήσουμε καλύτερα (σήμερα) «το κύρος και των αυθεντίαν των Ι. Κανόνων της Εκκλησίας, τα οποία οφείλονται εις την θείαν Επιστασίαν και εις το αλάθητον της Εκκλησίας, η οποία εθέσπισε ή επεκύρωσεν αυτούς δια των Οικουμενικών Συνόδων» (Παν. Ι Μπούμης).
Ο Ι Κανόνας περιέχει μία εισαγωγή (πρόλογο) και δύο κρίσιμα εκκλησιολογικά κέντρα: Το σχίσμα και την αίρεση (Τμήμα Α και Τμήμα Β του Κανόνα). Τα δύο αυτά τμήματα κοινοποιούν το πνευματικό τους περιεχόμενο στους συγκεκριμένους αυτούς τομείς (Σχίσμα-Αίρεση).
Ο πρόλογος του Κανόνα είναι εσωτερικά διαπλεγμένος με τα τμήματα Α και Β μέσα σ’ αυτό που θέλουν να εκφράσουν, την προστασία δηλ. της Εκκλησίας και των πιστών από το Σχίσμα και την Αίρεση.
Α) Η Εισαγωγή του ΙΕ΄ Κανόνα:
«Τα ωρισθέντα περί Πρεσβυτέρων και Επισκόπων και Μητροπολιτών, πολλώ μάλλον επί Πατριαρχών αρμόζει».
Εξηγεί ο Αγ. Νικόδημος: «Εκείνα οπού οι ανωτέρω Κανόνες (ΙΓ, ΙΔ) εδιώρισαν περί Επισκόπων και Μητροπολιτών, τα αυτά διορίζει, και πολλώ μάλλον, ο παρών (ΙΕ΄) Κανών, περί Πατριαρχών».
Τονίζει ο Αγ. Νικόδημος, υπενθυμίζει έμμεσα, τους ΙΓ, ΙΔ΄ Κανόνας της Α-Β Συνόδου, που περιέχουν «τα ωρισθέντα περί Πρεσβυτέρων και Επισκόπων και Μητροπολιτών»∙ είναι οι κανόνες που συμπληρώνονται από τον ΙΕ, ο οποίος ενισχύει το θεσμικό (κανονικό) πλαίσιο περί Αποτειχίσεως.
Σε μικρό πλαίσιο, δίπλα στον ΙΕ΄ Κανόνα, ο Αγ. Νικόδημος (στο Πηδάλιο) παραθέτει και άλλους σχετικούς Ι. Κανόνες, θεωρώντας επιβεβλημένη (διαλεκτικά) τη συναίρεσή τους με τον ΙΕ΄. Αυτοί είναι οι:
Aποστ. Λα΄/της δ΄,ιη΄/της s΄, λα΄, λδ΄/ της α΄και β΄, ιβ΄,ιγ΄,ιδ΄/ της Εν Αντιοχ. Ε΄/ της εν Γάγ. s΄/ της εν Καρθ. ι, ια΄, ζβ΄.
Ο πρόλογος του ΙΕ΄ Κανόνα είναι άκρως Συμβουλευτικός – προτρεπτικός, που άπτεται και των Δικανικών και Επιδεικτικών λόγων, προς αποφυγή συνειδησιακών συγκρούσεων – διλημμάτων των Ορθοδόξων Χριστιανών στη σχέση τους με τον επίσκοπό τους. Στο Α΄ τμήμα του Ι. Κανόνα (περί Σχίσματος και διακοπής μνημοσύνου του οικείου Επισκόπου), ο λόγος της Συνόδου καλύπτεται θεματικά από τον Δικανικό λόγο, ο οποίος διαδέχεται τον Συμβουλευτικό λόγο του προλόγου.
Είναι άκρως φωτισμένες και σοφές οι διατυπώσεις των κειμένων, ώστε να υπάρχει μια βαθύτερη σύνδεση- ώσμωση των δύο αυτών ειδών λόγου.
Διαβάζουμε στο Α΄ τμήμα:
«Ώστε ει τις Πρεσβύτερος, ή Επίσκοπος, ή Μητροπολίτης τολμήσει αποστήναι της προς τον οικείον Πατριάρχην κοινωνίας και μη αναφέρει το όνομα αυτού, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον, εν τη Θεία Μυσταγωγία, αλλά προ εμφανείας συνοδικής και τελείας αυτού κατακρίσεως, σχίσμα ποιήσοι∙ τούτον ώρισεν η αγία Σύνοδος πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι, ει μόνον ελεγχθείη τούτο παρανομήσας. Και ταύτα μεν εσφράγισταί τε και ώρισται περί των προφάσει τινών εγκλημάτων των οικείων αφισταμένων προέδρων, και σχίσμα ποιούντων, και την ένωσιν της Εκκλησίας διασπώντων». Ο καθορισμός ορίων – ποινών κατά τη νομολογία του Α΄ τμήματος έχει υποχρεωτικό, έντονο εκκλησιολογικό – κανονιστικό χαρακτήρα, προς αποφυγή Σχίσματος.
Στο Β΄ τμήματος, διαβάζουμε: «Οι γαρ δι’ αίρεσιν τινά παρά των αγίων Συνόδων, ή Πατέρων, κατεγνωσμένην, της προς τον Πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου δηλονότι την αίρεσιν δημοσία κηρύττοντος, και γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας διδάσκοντος, οι τοιούτοι ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υπόκεινται προ συνοδικής διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον Επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται. Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».
Παρατηρούμε, ότι στο Β΄ τμήμα του Ι. Κανόνος, δεν συναντούμε ανεκτικότητα για την αίρεση, για το σφάλμα του Επισκόπου να κηρύττει δημοσία την αίρεση, γυμνή τη κεφαλή, η οποία αίρεση πρέπει να είναι (ως προϋπόθεση διακοπής του μνημοσύνου) υπό συνόδου ή αγίων Πατέρων κατεγνωσμένην, όπως δηλ. είναι σήμερα η παναίρεση του οικουμενισμού.
Η προϋπόθεση που θέτει η Σύνοδος είναι λόγος Συμβουλευτικός (=προτρεπτικός) και Δικανικός, σύμφωνα με την επιστήμη της Ρητορικής. Προτρεπτικός και Δικανικός, ώστε η διακοπή του μνημοσύνου του αιρετικού επισκόπου να είναι δίκαιη. Η λογική του σκοπού της αίρεσης δεν πρέπει να κυβερνά την Εκκλησία. Ακριβώς, αυτή η έμπρακτη άρνηση της λογικής του σκοπού της αίρεσης είναι η ουσία της Αποτείχισης.
Εάν οι πιστοί δεν αντιδρούν τότε όλα τα επί μέρους συστατικά της «λογικής» της αίρεσης καταχωρούνται στη ζωή της Εκκλησίας ως «αληθινά», όπως συμβαίνει και σήμερα με τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου της Κρήτης.
Επειδή η αίρεση δεν εγκαθιδρύεται σε ορισμένη ή προκαθορισμένη ημερομηνία, αλλά λειτουργεί ως συνεχές γίγνεσθαι μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, οργανωμένης και ελεγχόμενης (της αιρέσεως) υπό των οικουμενιστών επισκόπων, γι’ αυτό ο Ι. Κανόνας, ως εφαρμογή του, είναι υποχρεωτικός.
Η προαιρετική εφαρμογή του (Δυνητική θεωρία) είναι η θεωρία της αμάθειας ή της αδράνειας του πληρώματος. (Συνεχίζεται)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ






