Ή
Η JAGIE ΚΙ’ ΕΓΩ
“L’amitié du chien est sans conteste plus vive et plus constante que celle de l’homme”
(Η φιλία του σκύλου είναι αναμφισβήτητα πιο ζωντανή και πιο σταθερή από αυτή του ανθρώπου) (Michel de Montaigne, 1533-1592) (τελευταίος ουμανιστής φιλόσοφος της γαλλικής Αναγέννησης)
Ύστερα από την απώλεια της Chloé στις 19 Σεπτεμβρίου 2017, σχεδόν, την ίδια μέρα, με λίγες μόνο ώρες διαφορά, μετά από τρία χρόνια από την απώλεια της μητέρας της, της Claudine, σ’ ένα τραγικό παιχνίδι θανάτου της μοίρας μαζί μου, στο οποίο η θεωρία των πιθανοτήτων “σηκώνει τα χέρια της”, περνώντας πια στο τρίτο, τελευταίο και συντομότερο μέρος της ζωής μου με τη γέρικη μαύρη δεκατετράχρονη Jagie, το μαύρο διαμάντι, όπως την αποκαλώ, που έχει το όνομα και την ηλικία της παροπλισμένης, λόγω της ευρωφοροφασιστικής βαρβαρότητας, μαύρης και αυτής Jaguar, νεανικού μου απωθημένου από τα χρόνια του Michel Foucault, η οποία Jaguar αναπαύεται στο “κοιμητήριο” των αυτοκινήτων μας, μόλις, πενήντα μέτρα από το κοιμητήριο των ζώων μας, μπορώ να έχω με τη Jagie έναν διάλογο αμφίδρομο για το μακρινό παρελθόν της χαράς που έχει χαθεί και το σύντομο μέλλον της θλίψης, που είναι μπροστά μας και που τόσο χαρακτηριστικά εκφράζονται από το δίστροφο ποίημα “Le vieux chien” (Το γέρικο σκυλί) του Abel Bonnard.
Κοιμητήριο των ζώων, “κοιμητήριο” των αυτοκινήτων, των ονείρων, της χαράς, της ελπίδας και της νιότης.
“Η ζωή εν τάφω”, κατά το εγκώμιο του θανάτου ή κατά τον Paul Valéry “Le cimetière marin” (Το παραθαλάσσιο κοιμητήριο) στη γραφική Χαλκιδική, το κοιμητήριο όπου “le temps scintille et le songe est savoir” (o χρόνος σπινθηροβολεί και το όνειρο είναι γνωστό) (Paul Valéry: Le cimetière marin). Το όνειρο των νεκρών που έχει το προνόμιο να μην μπορεί να γίνει ποτέ εφιάλτης.
“Le vieux chien
Autrefois, enivré de ses membres robustes,
Il sautait dans la haie et griffait les arbustes,
Et ses bonds chaleureux nous fêtaient.
Aujourd’hui,
Son âme humble est déjà recouverte de nuit.
Il somnole; le feu lui souffle sa fumée.
Mais quand nous approchons, sa prunelle embrumée
S’ouvre, il lève vers nous sa tête avec effort,
Et cherche dans nos yeux si nous l’aimons encor.
(Το γέρικο σκυλί
Άλλοτε, μεθυσμένο από τα γερά πόδια του,
Σάλταρε στο φράχτη, γδαρμένο από τους θάμνους,
Και τα συμπαθητικά πηδήματά του μας διασκέδασαν.
Σήμερα,
Η ταπεινή του ψυχή είναι ήδη σκεπασμένη από τη νύχτα.
Νυστάζει, η φλόγα του αποπνέει τον καπνό της.
Αλλά όταν πλησιάζουμε, κορόμηλο το θολό του μάτι
Ανοίγει, σηκώνει το κεφάλι προς το μέρος μας με προσπάθεια,
Και ψάχνει στα μάτια μας αν το αγαπάμε ακόμα).
Δυστυχώς, αυτή είναι η απορία κάθε ύπαρξης, η διάρκεια και η φθορά της αγάπης μέσα στο ζηλόφθονο χρόνο, όπως τόσο στοχαστικά αναρωτιέται και ο Alphonse de Lamartine στο υπέροχο ποίημά του “Le lac” (Η λίμνη) με την ακόμα πιο υπέροχη μετάφραση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στην ελληνική γλώσσα:
«Χρόνε ζηλιάρη, δύστυοπε! Πέ μου, γιατὶ νὰ σβυώνται,
σἄν ἀστραπὴ νὰ φεύγουνε ἡ ὥραις τῆς χαρᾶς,
καθὼς πετοῦν καὶ φεύγουνε χωρὶς νὰ λησμονιῶνται
κ’ ἡ μαύραις, κ’ ἡ ὁλόπικραις στιγμαῖς τῆς συμφορᾶς;»
Με τα σκυλιά μου, την Claudine και την Chloé έζησα, και τώρα μόνο με τη Jagie συνεχίζω να ζω αυτό το μεγαλείο της απέριττης αμοιβαιότητας, όπως τόσο δυσνόητα και συμβολικά περιγράφει με τον ποιητικό του λόγο ο René Char “Terre mouvante, horrible, exquise et condition humaine hétérogène se saisissent et se qualifient mutuellement. La poésie se tire de la somme exaltée de leur moire” (Κινούμενη γη, φρικτή, εξαίσια και ανθρώπινη κατάσταση ετερογενής αδράχνονται και πληρούνται αμοιβαία. Η ποίηση αναδύεται από τη ζωντανή άθροιση των επάλληλων αντανακλάσεών τους*), σε αντίθεση με το ψυχρό ρεαλισμό του δημιουργού του “Θεάτρου του Λαού” (Le Théâtre du peuple) το 1902, πριν ακόμα ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός γίνει αντικείμενο του αισθητικού πόθου του υπαρκτού σοσιαλισμού, και λάτρη της ινδικής φιλοσοφίας του Ταγκόρ και του Γκάντι, Romain Rolland, “La plupart des amitiés ne sont guère que des associations de complaisance mutuelle, pour parler de soi avec un autre” (Οι περισσότερες φιλίες δεν είναι απλώς παρά σχέσεις αμοιβαίας αυτοπεποίθησης, για να μιλήσουμε για τον εαυτό μας με έναν άλλο).
Η δική μου φιλία με τα ζωάκια μου δεν ανήκει στις περισσότερες φορές του Romain Rolland, αλλά στις λιγότερες ή μάλλον τις μοναδικές, γιατί κανείς μας, ούτε αυτά, ούτε εγώ δεν είχαμε την έπαρση της αλληλοκαταξίωσης, αλλά την αμοιβαιότητα της αγάπης, “ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη” (Ἆσμα Ἀσμάτων), μια σκληρή απαίτηση της αμοιβαιότητας αυτής που έχω χαραγμένη στην τεφροδόχο της Claudine.
Ήμασταν μια ξεχωριστή συναισθηματική οικογένεια μέσα στη βιολογική. Μια μπάμπουσκα (μάτριοσκα) αγάπης σ’ έναν ανεξάντλητο συναισθηματικό απειροστικό λογισμό.
* Περιφραστική απόδοση της λέξης moire, που και στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται ως μουαρέ στην τεχνική της εκτύπωσης ή της φωτογραφίας και προέρχεται από μετακίνηση των χρωμάτων, της γωνίας ή του μεγέθους των rasters.
Στην ποίηση του René Char θα μπορούσε συμβολικά να σημαίνει και την παραμορφωμένη κοινή προοπτική της ετερογενούς αμοιβαιότητας, που δίνει ένα νέο σχήμα ποιότητας στη ζωή και τη μοίρα μας.
Σημείωση
Το τρυφερό αυτό ποίημα “Le vieux chien”, με αφορμή το οποίο άρχισα το σημερινό σημείωμα, γράφτηκε από τον Γάλλο ποιητή, μυθιστοριογράφο, δημοσιογράφο και πολιτικό Abel Bonnard (1883 – 1968) σε ηλικία 22 χρόνων και ανήκει στην πρώτη του έκδοση “Les familiers” (Οι οικείοι) (1906).
Ο Abel Bonnard το 1932 εκλέχθηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και το 1942 υπηρέτησε ως υπουργός της Εκπαίδευσης και της Νεολαίας στη γερμανόφιλη κυβέρνηση του Vichy, την κυβέρνηση του Philippe Pétain, που σχηματίσθηκε τον Ιούνιο 1940 με έδρα την πόλη Vichy στην περιοχή νότια του ποταμού Λίγηρα, η οποία ήταν ακόμα ελεύθερη από τους Ναζί.
Για την πολιτική του αυτή δραστηριότητα καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο για εθνική προδοσία το 1945, αποπέμφθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία και εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη της φασιστικής δικτατορίας του Francisco Franco, όπου πέθανε σε ηλικία 84 ετών.
Τότε υπήρχε το προνόμιο να καταδικάζεται σε θάνατο ένας συνεργάτης των Γερμανών, αλλά ο Abel Bonnard ήταν, τουλάχιστον, σημαντικός πνευματικός άνθρωπος και έπρεπε η Γαλλία να σταθμίσει από την επιβολή της θανατικής ποινής το κέρδος της δικαιοσύνης με τη ζημία της απώλειας του πνεύματος.
Βέβαια, το έργο του μετά το θάνατό του περιέπεσε σε αφάνεια.
Σήμερα, δεν αξίζουν τον κόπο μιας τέτοιας καταδίκης και στάθμισης, παρά μόνο τη χλεύη της ηλιθιότητάς τους, οι πολιτικές ασημαντότητες των συνεργατών των Γερμανών της χώρας μας, που πιστεύουν ότι είναι ισότιμοι εταίροι τους, αφού και τα ψυχιατρεία είναι γεμάτα από τρελούς, που πιστεύουν, χωρίς να είναι ηλίθιοι**, ότι είναι Μεγάλοι Ναπολέοντες.
** Τα χρόνια της φοιτητικής μου άσκησης στη Ψυχιατρική Κλινική του ΑΠΘ συνάντησα έναν τρελό, που πίστευε ότι ήταν ταγμένος από το Θεό να σώσει τον κόσμο.
Κάθε Σαββατοκύριακο έπαιρνε άδεια από το Ψυχιατρείο και τη Δευτέρα το πρωί, πριν επιστρέψει, περνούσε από το ιστορικό ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο των Μόλχο και αγόραζε το Paris Match και χωρίς να γνωρίζει γαλλικά κατόρθωσε να μάθει, διαβάζοντας το Paris Match στο ψυχιατρείο.
Ήταν τρελός, αλλά όχι ηλίθιος.
Σκεφτείτε πόσοι πολιτικοί μας πιστεύουν, ότι είναι ταγμένοι να σώσουν την Ελλάδα, ακόμα και την Ευρώπη, χωρίς να είναι κλεισμένοι σε ψυχιατρείο, είτε γιατί είναι απαλλαγμένοι λόγω βλακείας, είτε γιατί έχουν έναν ελάσσονα “σκοπό” σε σχέση με αυτόν του τρελού του ψυχιατρείου, να σώσουν, δηλαδή, ένα μικρό μόνο μέρος του κόσμου, την Ελλάδα ή την Ευρώπη.
Η ηλιθιότητά τους, όμως, είναι μείζονα.
Ζητώ την κατανόησή σας, που ένα τρυφερό ποιητικό σημείωμα καταλήγει με μια πολιτική βαρβαρότητα.
Αλλά η Chloé ήταν στα νιάτα της ατίθαση, που αν δεν είχε στερηθεί από τη φύση τη δυνατότητα της πολιτικής συνείδησης, θα ήταν επαναστάτης, αφού ήταν επιθετική σε όλους εκτός από τα αδέσποτα σκυλιά.
Φαίνεται πως είχε έμφυτο το αισθητήριο της ταξικής διάκρισης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που δεν αμβλύνθηκε ακόμα και όταν ταξίδευε περήφανα καθισμένη στα χειροποίητα δερμάτινα καθίσματα της Jaguar, απολαμβάνοντας μαζί μου τη μουσική του εξακύλινδρου κινητήρα της.
ΔΑ








