Με την προκήρυξη των εκλογών άρχισε αμέσως και ο ¨αγώνας¨ των δημοσκοπήσεων, οι οποίες παρουσιάζουν την πρόθεση και τις εκάστοτε τάσεις του εκλογικού σώματος.
Δεν θα ασχοληθώ με την εγκυρότητα ή μή των δημοσκοπήσεων ούτε και με την χρήση τους από τα εκάστοτε κόμματα. Θεωρώντας ως δεδομένη την πρόθεση ψήφου και τα ποσοστά των κομμάτων που μας έχουν παρουσιαστεί και αναλογιζόμενη την εικόνα που τα κόμματα με τις περισσότερες πιθανότητες να έρθουν πρώτο και δεύτερο παρουσιάζουν, έχουμε σήμερα έναν αγώνα σκληρό μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ. Τα όποια ποσοστά της διαφοράς τους ανάγονται στο επίπεδο του επιστημονικά αποδεκτού λάθους και ουσιαστικά έχουμε ένα ¨ντέρμπυ¨.
Οι ίδιοι αριθμοί αν διαβαστούν από μία άλλη στατιστική οπτική, παρουσιάζουν, πρώτα απ’ όλα, τη Νέα Δημοκρατία να κινείται στα εκλογικά ποσοστά που έλαβε τον Ιανουάριο του 2015. Άρα, κανένας νέος ψηφοφόρος δεν έχει πειστεί από το πρόγραμμά της, τις εξαγγελίες της και τα πρόσωπα που την επανδρώνουν. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται σε μία ελεύθερη πτώση, η οποία έχει εισέλθει στο τελικό της στάδιο με τις όποιες αποχωρήσεις στελεχών έγιναν και η οποία πτώση έτυχε να ταυτίζεται αριθμητικά με το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας.
Προς τι λοιπόν η τόση χαρά της Νέας Δημοκρατίας και οι αυξημένες προσδοκίες της για το εκλογικό αποτέλεσμα; Γιατί δεν κάνουν αυτή την δημόσια τοποθέτηση επί των δημοσκοπήσεων; Γιατί επιμένουν σε μία στείρα αντιμετώπιση των γεγονότων, θεωρώντας ακόμη τους ψηφοφόρους σαν άβουλα όντα;
Πέρα απ’ αυτή την αυταπόδεικτη αλήθεια πρέπει όλοι να θυμόμαστε ένα πράγμα: η ψήφος είναι ιερό καθήκον, καθορίζει τις επόμενες ενέργειες της χώρας και αναθέτει στα πιο κατάλληλα πρόσωπα να τις υλοποιήσουν. Οι όποιες απλουστεύσεις της ψηφοφορίας και η προσπάθεια ισοπέδωσης των πάντων δεν πρέπει να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και όλοι πρέπει να ασκήσουμε το υπέρτατο αυτό καθήκον και να ψηφίσουμε την επιλογή μας, που θεωρούμε καλύτερη.






