Ο Αμερικανός δημοσιογράφος έθεσε δημόσια το ερώτημα για τις βαθύτερες αιτίες της αντιρωσικής εμπάθειας· η απάντηση βρίσκεται στην ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα σε έναν μεταφιλελεύθερο κόσμο και μια Ρωσία που επιστρέφει δυναμικά στην Ορθόδοξη παράδοση.
Ένα απόσπασμα από πρόσφατη συνέντευξη του Tucker Carlson στο RT πυροδότησε εκρηκτική συζήτηση σε όλο το διαδίκτυο. Ο γνωστός Αμερικανός δημοσιογράφος, με το χαρακτηριστικό φιλοσοφικό του ύφος, έθεσε ένα ερώτημα που μοιάζει απλό αλλά αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης γεωπολιτικής σύγκρουσης: «Μισούν τη Ρωσία επειδή είναι χριστιανική». Και εξήγησε πως η προσπάθεια του Βλαντίμιρ Πούτιν να επαναφέρει τη χριστιανική ταυτότητα της χώρας —ανοικοδομώντας ναούς, απαγορεύοντας τη μαγεία και δηλώνοντας πως η Ρωσία είναι μια ορθόδοξη χώρα με μεγάλη μουσουλμανική μειονότητα που συνυπάρχει αρμονικά— αποτελεί τη βαθύτερη αιτία της δυτικής εχθρότητας. Ο Carlson δεν έμεινε εκεί: υπαινίχθηκε ότι αν ο Πούτιν είχε αφήσει τους ολιγάρχες να διοικούν παρασκηνιακά, όπως συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, και δεν είχε επιχειρήσει την επαναχριστιανοποίηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο πόλεμος δεν θα είχε συμβεί, γιατί «οι άνθρωποι που τον σπρώχνουν μισούν περισσότερο απ’ όλα τον Χριστιανισμό».
Η δήλωση αυτή, που συνδύαζε πολιτική ανάλυση με θεολογική διάσταση, έγινε viral ακριβώς επειδή θίγει ένα υπαρξιακό αδιέξοδο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Ο Carlson αναγνώρισε ότι τα λόμπι και το χρήμα εμποδίζουν τις ΗΠΑ να ακολουθήσουν τον δρόμο της Ρωσίας του Πούτιν. Όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο και συστημικό. Πρόκειται για το παράδοξο του φιλελευθερισμού που γέννησε την Αμερική και τώρα την καταστρέφει.
Το παράδοξο του αμερικανικού φιλελευθερισμού
Ο φιλελευθερισμός, με την έννοια του πολιτικού συστήματος που θεοποιεί το άτομο ως μοναδική πηγή δικαιωμάτων και αξίας, αποτέλεσε το ιδεολογικό θεμέλιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει τίποτα ιερότερο από την ατομική ελευθερία και την ισότητα των πεποιθήσεων. Αυτό ακούγεται ευγενές, όμως στον 21ο αιώνα η λατρεία του ατόμου έχει οδηγήσει στην απόλυτη σχετικοποίηση κάθε ηθικής αξίας. Αν κάθε άποψη έχει ίση βαρύτητα, τότε η λατρεία του Χριστού είναι εξίσου «σεβαστή» με τη λατρεία ενός κουτιού ανθρώπινων περιττωμάτων ή τη «θρησκεία» των Jedi. Σε μια τέτοια κοινωνία, ο Σατανάς κάθεται ισότιμα δίπλα στον Δημιουργό του σύμπαντος — τουλάχιστον στις φιλελεύθερες δημοκρατίες.
Ο Διαφωτισμός, με τη διάσημη φράση «μπορεί να διαφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες», λειτουργούσε μόνο σε κοινωνίες εξαιρετικά ομοιογενών ανθρώπων. Στη σημερινή Αμερική, η υπεράσπιση του δικαιώματος να εκφράζονται αντιχριστιανικές ή ανθελληνικές ιδέες —συχνά από ανθρώπους που μισούν τον πολιτισμό σου και επιθυμούν την εξαφάνισή σου— ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Από χριστιανική σκοπιά, η συνεχής προάσπιση του αντιχριστιανισμού απλώς βαθαίνει τον τάφο της Δύσης.
Η Ρωσία που δεν έγινε ποτέ φιλελεύθερη
Στη Ρωσία ο Διαφωτισμός δεν ξεπέρασε ποτέ τους τοίχους των ανακτόρων μιας ελάχιστης ελίτ. Ακόμη και μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την επιβολή δυτικότροπων θεσμών, δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου κλασικοί φιλελεύθεροι τύπου Τζέφερσον που να περίμεναν την άφιξή τους. Οι λίγοι Ρώσοι φιλελεύθεροι μιμούνται πιστά τους Αμερικανούς ομολόγους τους: ο πυρήνας της ιδεολογίας τους είναι το μίσος για την ίδια τους την κουλτούρα, την οποία κατηγορούν για κάθε προσωπική αποτυχία. Ο φιλελευθερισμός δεν ρίζωσε ποτέ στη ρωσική ψυχή· χρησιμοποιήθηκε απλώς ως πρόσχημα για να βγάλουν χρήματα τη δεκαετία του ’90.
Γι’ αυτό ο Πούτιν μπορεί να κάνει πράγματα που ο Τραμπ δεν μπορεί. Στη Ρωσία η ηθική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον νόμο. Αν μια πράξη θεωρείται εγγενώς λάθος από θρησκευτική ή παραδοσιακή σκοπιά —πορνογραφία, ναρκωτικά, τζόγος, σατανιστικές τελετές— απαγορεύεται ή περιορίζεται δραστικά. Δεν υπάρχει το επιχείρημα «αφού ο κόσμος θα παίρνει ναρκωτικά έτσι κι αλλιώς, ας του δώσουμε σύριγγες». Στη φιλελεύθερη Αμερική, αντίθετα, το Λας Βέγκας μπορεί να είναι Σόδομα, αλλά το ανέχονται επειδή η τοπική νομοθεσία, υπό την πίεση λόμπι και χρημάτων, το έκανε νόμιμο.
Η συνταγματική επαναθεμελίωση του 2020
Το ρωσικό πολιτικό σύστημα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ταξινομηθεί. Ίσως κινείται προς το «ανελεύθερο» μοντέλο του Βίκτορ Όρμπαν, ίσως ψηλαφίζει μια νέα «4η Πολιτική Θεωρία» τύπου Ντούγκιν. Το βέβαιο είναι ότι το συνταγματικό δημοψήφισμα του 2020 σφράγισε μια ιστορική στροφή: η ύπαρξη του Θεού αναγνωρίστηκε ρητώς, ο γάμος ορίστηκε ως ένωση άνδρα και γυναίκας με σκοπό τη δημιουργία οικογένειας, και η χώρα απομακρύνθηκε οριστικά από το δυτικό φιλελεύθερο υπόδειγμα. Παρά τα δημοκρατικά περιτυλίγματα —πρόεδρος, κοινοβούλιο, ανεξάρτητη δικαιοσύνη— η Ρωσία έγινε κάτι «άλλο». Μια χώρα όπου η παράδοση, η θρησκεία και η οικογένεια προστατεύονται συνταγματικά, προκαλώντας το μένος των παγκοσμιοποιημένων ελίτ.
Το μίσος για τον Χριστιανισμό ως κινητήρια δύναμη
Ο Carlson έχει δίκιο όταν λέει ότι η πραγματική μάχη δεν είναι γεωστρατηγική αλλά πνευματική. Το λόμπι της μαγείας, όπως το αποκάλεσε, είναι ισχυρό στις ΗΠΑ, και η ιδέα ενός ηγέτη που απαγορεύει τη «λατρεία των δαιμόνων» είναι αδιανόητη σε μια χώρα όπου η ελευθερία του ατόμου έχει γίνει το υπέρτατο είδωλο. Η προσπάθεια της Μόσχας να προστατεύσει τον δημόσιο χώρο από την πνευματική διαφθορά αντιμετωπίζεται ως ύψιστη απειλή, ακριβώς επειδή αποκαλύπτει το κενό νοήματος του δυτικού μεταφιλελεύθερου μοντέλου. Η Αμερική βρίσκεται σε μια σπείρα θανάτου, διπλασιάζοντας συνεχώς τις δόσεις του ίδιου φιλελευθερισμού που την οδηγεί στην παρακμή. Η ρωσική απάντηση, είτε την ονομάσουμε ανελεύθερη δημοκρατία είτε ορθόδοξη αυτοκρατορία, θέτει το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς ιερό, δημοκρατία χωρίς παράδοση, οικογένεια χωρίς ηθικό θεμέλιο; Όσο η Δύση αρνείται να απαντήσει, το μίσος για την επαναχριστιανοποιημένη Ρωσία θα βαθαίνει — γιατί εκεί, ακριβώς, καθρεφτίζεται η δική της υπαρξιακή χρεοκοπία.





