Η Ρωσία δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπη με ΗΠΑ και Ισραήλ στην Συρία. Έτσι και τα αντιαεροπορικά συστήματα που έχει αναπτύξει εκεί υπόκεινται σε πολιτικές σκοπιμότητες.
ΠΗΓΗ: BESA Center for Strategic Studies
Το Κρεμλίνο έχει προειδοποιήσει Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ να μην πλήττουν τις δυνάμεις του Άσαντ, αλλά είναι απίθανο η Ρωσία εμπλακεί με συμμαχικές ή ισραηλινές δυνάμεις ακόμα κι αν πλήξουν – όπως έχει συμβεί – δυνάμεις του Άσαντ ή άλλες φιλικές προς το καθεστώτος του.
Ακόμα και η αναχαίτιση τέτοιων επιχειρήσεων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Έτσι τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα στην Συρία, αν και υπερσύγχρονα, δεν μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα.
Η Μόσχα, μετά την κατάρριψη του Su-24 από τουρκικό F-16, τον Νοέμβριο του 2015 είχε δηλώσει πως τα αντιαεροπορικά της συστήματα θα κατέρριπταν κάθε στόχο που θα συνιστούσε απειλή. Λίγο μετά η Ρωσία ανέπτυξε στην Συρία τα επίφοβα S-400 Triumf.
Στις αρχές Οκτωβρίου 2016 η Μόσχα προειδοποίησε τον υπό τις ΗΠΑ συνασπισμό που μάχεται κατά του ΙΚ για την πιθανότητα «ατυχήματος». Από τότε ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν πλήξει δυνάμεις του Άσαντ χωρίς να έχει υπάρξει απάντηση από τη ρωσική πλευρά.
Η ανάπτυξη των S-400 είχε δώσει την εντύπωση πως οι δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ και των συμμάχων του θα επιχειρούσαν πλέον υπό τη ρωσική αντιαεροπορική ομπρέλα.
Ωστόσο, το Ισραήλ εξαπέλυσε αρκετές επιδρομές κατά της Χεζμπολάχ αποδεικνύοντας στην πράξη το αντίθετο και δείχνοντας πως παρά τη ρητορική της, η Μόσχα λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις της Ιερουσαλήμ και δεν θέλει κλιμάκωση της έντασης με το κύριο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή.
Η Ρωσία δεν θέλει να δει το Ισραήλ να επεμβαίνει στην Συρία, δεδομένου ότι η περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων δεν είναι προς όφελός της. Η επιδρομή κατά εγκαταστάσεων χημικών και κατασκευής πυραύλων, σε απόσταση μόλις 13 χλμ. από ανεπτυγμένη συστοιχία ρωσικών S-400 που φημολογείται πως εξαπέλυσε το Ισραήλ είναι ενδεικτική της στάσης της Ρωσίας.
Υπήρξαν πάντως και μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες για ρωσικά πυρά κατά ισραηλινών αεροσκαφών. Παράλληλα υπήρξαν επαφές Πούτιν και Νετανιάχου για την «ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας». Από τον Οκτώβριο του 2015 άλλωστε Ρωσία και Ισραήλ έχουν συμφωνήσει στη δημιουργία γραμμής αποκλιμάκωσης.
Κατά συνέπεια φαίνεται πως οι προειδοποιήσεις της Μόσχας προς το Ισραήλ γίνονται για χάρη της κοινής γνώμης σε Ρωσία και Συρία. Άνευ δυναμικής αντίδρασης από τη ρωσική πλευρά το Κρεμλίνο φαίνεται αδύναμο στα μάτια του καθεστώτος της Δαμασκού και των συμμάχων του με αποτέλεσμα να εξασθενεί η ρωσική επιρροή.
Την ίδια ώρα η Ρωσία έχει ενισχύσει ή μάλλον αναδημιουργήσει την συριακή αεράμυνα με σκοπό την αποτροπή ισραηλινών ή συμμαχικών επιδρομών, προειδοποιώντας, παράλληλα, ΗΠΑ και Ισραήλ σχετικά.
Ωστόσο, η προειδοποίηση αυτή ενέχει τον κίνδυνο να αποφέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Όσον αφορά τα ρωσικά συστήματα δεν αναπτύχθηκαν για να καλύψουν τον Άσαντ και τους συμμάχους του και πιθανότατα δεν θα το πράξουν λόγω του φόβου εμπλοκής με τις ΗΠΑ και τις συμμάχους των.
Σε ρωσική τηλεοπτική μετάδοση από τη βάση του Χμέιμιμ στη Συρία, στις 11 Ιουνίου 2017, αναφέρθηκε πως η Ρωσία έχει συμφωνήσει να μην στοχοποιεί συμμαχικά αεροσκάφη εφόσον πετούν σε απόσταση άνω των 60 χλμ. από τη βάση, ενώ Ρώσος ανώτατος αξιωματικός δήλωσε πως συμμαχικά αεροσκάφη που εγκλωβίζονται από το σύστημα S-400 αποχωρούν άμεσα από την περιοχή.
Η υπό τις ΗΠΑ διεθνής συμμαχία δεν διέψευσε, ούτε επιβεβαίωσε τη δήλωση αυτή. Μια εβδομάδα μετά όμως αμερικανικό F/A-18 κατέρριψε συριακό Su-22 και η Μόσχα εξέδωσε νέα προειδοποίηση, δηλώνοντας πως θα στοχοποιεί αεροσκάφη και drones της διεθνούς συμμαχίας που θα πετούν δυτικά του Ευφράτη ποταμού.
Ωστόσο, και η νέα απειλή φαίνεται πως είχε επικοινωνιακό στόχο, τον κατευνασμό της Δαμασκού, αφού και η απειλή διακοπής της γραμμής επικοινωνίας με τις ΗΠΑ στην Συρία έμεινε κενό γράμμα. Πάντως η επικοινωνιακή τακτική της Μόσχας να παρουσιάσει τα αντιαεροπορικά της συστήματα ως υπερόπλα καθιστά την εξήγηση της αδράνειάς τους στην Συρία ακόμα πιο δυσεξήγητη.
Ακόμα κι όταν οι Αμερικανοί έπληξαν συριακές θέσεις με πυραύλους Tomahawk ή Μόσχα αρκέστηκε να αναφέρει ότι μόνο 23 από τους 59 που εβλήθησαν έπληξαν τον στόχο τους. Φιλορωσικά ΜΜΕ μετέφρασαν τη δήλωση κατά το δοκούν υποστηρίζοντας ότι οι λοιποί πύραυλοι καταρρίφθηκαν από τη ρωσική αεράμυνα, κάτι που δεν ισχύει.
Δυτικοί και Ρώσοι αναλυτές έχουν προχωρήσει σε σειρά αναλύσεων υποστηρίζοντας διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με μια από αυτές τα ρωσικά συστήματα και να ήθελαν δεν μπορούσαν να αναχαιτίσουν τους αμερικανικούς πυραύλους για μια σειρά από λόγους. Στα χαρτιά τα συστήματα S-400 και S-300V4 που έχει αναπτύξει η Ρωσία στην Συρία έχουν άκρως εντυπωσιακές δυνατότητες με το πρώτο να μπορεί να εμπλέκει στόχους σε ακτίνα 400 χλμ. και το δεύτερο σε ακτίνα 250 χλμ.
Ωστόσο στην πραγματικότητα πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τυχόν επιτυχές πλήγμα σε τέτοιες αποστάσεις. Αντίθετα με τις δηλώσεις του Κρεμλίνου η στοχοποίηση αεροσκαφών τεχνολογίας Stealth και πυραύλων τύπου κρουζ παραμένει μεγάλη πρόκληση για τη ρωσική αεράμυνα.
Επιπλέον, λόγω του ραντάρ των συστημάτων αυτών, ακόμα και κοινά, μη Stealth αεροσκάφη, μπορούν να αποφύγουν τα ρωσικά συστήματα πετώντας πολύ χαμηλά, ενώ σύγχρονα συστήματα ηλεκτρονικών αντιμέτρων μπορούν να υποβαθμίσουν την απόδοση των ραντάρ των ρωσικών συστημάτων. Έτσι οι S-400 και οι S-300V4 είναι πιθανότερο να πλήξουν επιτυχώς μεγάλους, στόχους, με ισχυρό ίχνος ραντάρ, όπως ιπτάμενα τάνκερ, μεταγωγικά ή αεροσκάφη επιτήρησης.
Συμπερασματικά μπορεί να λεχθεί πως η Μόσχα στην Συρία δεν επιδιώκει εμπλοκή με τη Δύση ή το Ισραήλ και πολύ δύσκολα θα ενεργοποιήσει τα συστήματα αεράμυνάς της, παρά μόνο αν δεχτούν επίθεση δικές τις δυνάμεις ή τα αντίπαλα αεροσκάφη πλησιάσουν πάρα πολύ. Επίσης αν και τα ρωσικά συστήματα είναι ισχυρά, σε καμία περίπτωση δεν είναι τα υπερόπλα που θα αλλάξουν τα δεδομένα στην περιοχή.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως η ρωσική αεράμυνα είναι ένας παράγοντας που πρέπει να παραβλέπεται. Αντιθέτως, Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ οφείλουν να παρακολουθούν συνεχώς, ειδικά στην μετά Ισλαμικού Κράτους εποχή, ο αγώνας κατά του οποίου έχει επιτρέψει στη Μόσχα να δοκιμάσει πολλά οπλικά της συστήματα, όπως πυραύλους επιφανείας-αέρος, συστήματα επιτήρησης, μαχητικά αεροσκάφη, ηλεκτρονικά αντίμετρα και άλλα υπό πραγματικές συνθήκες.






