Συζητάγανε στὸν δρόμο, μοῦ λέει, πραγματικὰ καλλιεργημένη, μορφωμένη, ἀξιόλογη κοπέλα. Φτάνουν στὸ σπίτι της, κοιτᾶνε τὸ ταξίμετρο, ἀνοίγει τὸ πορτοφόλι της, δὲν φτάνανε.
-Συγγνώμην, λέει, ἔρχομαι. Κατεβαίνει κάτω, τὴ βλέπει, μπαίνει σπίτι καὶ περίμενε. Περίμενε, περίμενε, περίμενε…, λέει, τί ἔγινε; Μὲ ξέχασε; Κατεβαίνει, χτυπάει τὴν πόρτα, βγαίνει μιὰ γυναίκα μὲ μαῦρα.
Λέει, συγγνώμην, τὰ λεφτὰ γιὰ νὰ φύγω.
-Ποιὰ λεφτά; λέει ἐκείνη.
-Τὰ λεφτὰ τοῦ ταξιοῦ. Γιὰ τὴν κόρη σας ποὺ ἔφερα ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο.
Τὸν κοιτάζει ἡ γυναίκα.
-Ποιὰ ἔφερες ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο;
-Τὴν κόρη σας ποὺ μπῆκε τώρα μέσα. Βγάζει μιὰ φωνὴ ἡ γυναίκα, βάζει τὰ κλάματα, κάνει μεταβολὴ καὶ μπαίνει μέσα στὸ σπίτι. Ὁ ἄνθρωπος τρόμαξε. Λέει, δὲν εἶναι στὰ καλά της; Τί ἔπαθε; Μήπως εἶπα κάτι ποὺ δὲν ἔπρεπε;
Μπαίνει κι αὐτὸς μέσα, πέφτει πάνω στὸν ἄντρα της.
-Τί τῆς εἶπες, Χριστιανέ μου; Τί τῆς ἔκανες; Τί τῆς εἶπες; Δὲν μᾶς ἀφήνεις στὸν πόνο μας μέρα ποὺ εἶναι;
-Συγγνώμην, λέει, δὲν σᾶς ξέρω καὶ δὲν μὲ ξέρετε. Θέλω τὰ λεφτά μου γιὰ νὰ φύγω.
-Ποιὰ λεφτά; λέει ἐκεῖνος.
-Τὰ λεφτὰ γιὰ τὴν κόρη σας ποὺ ἔφερα ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο. Τὸν κοιτάζει ὁ ἄνθρωπος, ποιὸν ἔφερες ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο;
-Τὴν κόρη σας, εἶπε.
Δὲν λέει τίποτε ὁ ἄνθρωπος, γυρνάει τὸ κεφάλι του, γυρνάει καὶ ὁ ταξιτζὴς τὸ δικό του καὶ βλέπει σ’ ἕνα τραπέζι ἕνα δίσκο μεγάλο μὲ κόλλυβα κι ἐπάνω ἡ φωτογραφία τῆς κοπέλας. Ἦταν τὰ δύο χρόνια, κόλλυβα γιὰ τὰ δύο χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ κοιμήθηκε.
Καὶ βάζει τὶς φωνὲς ὁ ἄνθρωπος.
-Τώρα τί θέλετε νὰ πεῖτε, ὅτι κουβάλησα ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο μέχρι ἐδῶ μιὰ πεθαμένη;
Γιατί, τί νομίζετε δηλαδή, ὅτι μὲ κλειστὸ τὸ στόμα μας ἤρθαμε στὸ σπίτι σας;
Τί θὰ πεῖ κόλλυβα καὶ πεθαμένη;
Ἐὰν αὐτὴ ποὺ ἔφερα, λέει στὴ γυναίκα, δὲν ἦταν ἡ κόρη σου, πῶς θὰ ἤξερα ἐγώ, ὅτι τώρα ἐσὺ τακτοποιεῖς κληρονομικά σου στὴν Πάτμο γιὰ τὰ τάδε καὶ τὰ τάδε οἰκόπεδα;
Ἐὰν αὐτὴ ποὺ ἔφερα δὲν ἦταν ἡ κόρη σας, λέει στὸν ἄντρα, πῶς θά ’ξερα ἐγώ, ὅτι ἐσὺ τώρα μὲ τὸν ξάδερφό σου ἑτοιμάζεις ἐπιχείρηση μὲ ἐνοικιαζόμενα στὴ Λευκάδα; Μὲ συγχωρεῖτε, λέει, μοῦ ἐπιτρέπετε;
Καὶ προχωράει πρὸς τὰ μέσα φωνάζοντας:
-Σοφία, κορίτσι μου, ποῦ εἶσαι; Ἀνοίγει μιὰ πόρτα.
-Σοφία, ποῦ εἶσαι; Πάει παραπέρα.
-Σοφία, ποῦ εἶσαι; Περνάει ὅλα τὰ δωμάτια κι ὅταν γυρνάει, βλέπει στὸ σαλόνι τὴ μάνα νά ’χει λιποθυμήσει στὸν καναπὲ καὶ τὸν πατέρα νὰ τρέμει ὁλόκληρος.
Μετὰ στὴν Ἐκκλησία, στὸ μνημόσυνο, ὅλοι ἀποροῦσαν ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔκλαιγε μὲ τοὺς γονεῖς.
Ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση κυριεύουν τὸν θάνατο. Ὄχι τὸ ἀντίθετο.
Ἐσὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστός, ἡ ὄντως Ζωή, κάνει τοὺς νεκροὺς ὁλοζώντανους;







Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας καί τοίς έν τοίς μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.
Όταν κάνουμε μνημόσυνα για τους κοιμωμένους μας εκείνοι παρουσιάζονται έμπροσθεν του Χριστού και λαμβάνουν κάποιο δώρο ανάλογα με την επιθυμία τους και ανάλογα με την θέση τους. Δεν παύουν δε να μας βλέπουν από εκεί που είναι και να ανησυχούν για την πορεία μας (ειδικά όταν δεν είναι σωστή..) Διότι από εκεί που είναι έχουν πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει στους προ παραδείσιους και προ κολαστήριους τόπους. Καμιά φορά τυγχάνει να ζητήσουν να μας επισκεφτούν. Όταν ακούτε ότι κάποιος κεκοιμημένος εμφανίστηκε εδώ στη Γή πάλι με το σώμα του είναι μόνον για να δείξει σε κάποιον/κάποιους πιθανότατα τους δικούς του, αλλά όχι μόνον, πολλές φορές γίνετε αυτό συνδυαστικά..ότι υπάρχει ή μετά θάνατον ζωή και προς συνετισμό…