ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

Ο νέος ζυγός των Ελλήνων άρχισε πολύ νωρίς-Τα δάνεια του Αγώνα

ΙΣΤΟΡΙΑ. - 7 Μαρ 2021 - 10:41
Loading...
Υποστηρίξτε το triklopodia με μια δωρεά για ανεξάρτητη ενημέρωση

Τα πρώτα δύο χρόνια ο Αγώνας συντηρούνταν από τις λιγοστές δηµόσιες προσόδους, τη λαφυραγωγία, τις συνδροµές φιλελλήνων του εξωτερικού, την έκτακτη φορολογία του κλήρου και των µονών, άντε και από ευκατάστατους Οθωµανούς αιχµαλώτους που πλήρωναν λύτρα.

Τα χρήµατα αυτά, όµως, αδυνατούσαν να καλύψουν τις ολοένα και περισσότερο αυξανόµενες ανάγκες για αγορά πλοίων, όπλων και πυροµαχικών. Ούτε καν για την πληρωµή των ανδρών δεν επαρκούσαν.

Γι’ αυτό και οι αγωνιστές «µισθοδοτούνταν» πολλές φορές από το πλιάτσικο που γινόταν. Οι δε Εθνοσυνελεύσεις είχαν απαγορεύσει την πώληση κτηµάτων που άφηναν πίσω τους οι Τούρκοι εγκαταλείποντας τις περιοχές που απελευθερώνονταν – αν και προς το τέλος του πολέµου η συγκεκριµένη απόφαση καταστρατηγήθηκε.

Η σύναψη δανείου από το εξωτερικό εν ονόµατι της επαναστατικής ελληνικής κυβέρνησης αποτελούσε µονόδροµο. Σε ποιους θα απευθυνόµασταν, όµως;



Ήδη από τον Νοέμβριο του 1821, η διοίκηση της Αν. Στερεάς («Άρειος Πάγος») έστειλε στη Γερμανία 2 αντιπροσώπους για να διαπραγματευθούν δάνειο 150.000 φλορινιών, οι οποίοι επέστρεψαν στο τέλος του 1822 έχοντας συνομολογήσει δύο δάνεια: ένα στη Ζυρίχη (40.000) κι ένα στη Μασσαλία (62.000). Χωρίς τα χρήματα να έρθουν στην Ελλάδα, η κυβέρνηση επικύρωσε την οφειλή!

Παραγγέλθηκαν έτσι δύο κανόνια και άλλα στρατιωτικά είδη που δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα, ενώ εξοπλίστηκε ένα στρατιωτικό σώμα Γερμανών φιλελλήνων, που ήρθε μεν στην Ελλάδα, αλλά δεν ενεργοποιήθηκε στρατιωτικά, αφού το δάνειο δεν δόθηκε!

Όπως γράφει ο Κυρ. Σιμόπουλος σχετικά με τα συγκεκριμένα δάνεια, τα γερμανοελβετικά φιλελληνικά κομιτάτα συμψήφισαν τις δαπάνες του εξοπλισμού και της αποστολής αυτής της «λεγεώνας» με το δάνειο των 150.000 φλορινίων και ζητούσαν επιπλέον και την επιστροφή του με τόκο!

Οι «φιλέλληνες» των γερμανοελβετικών κομιτάτων αγόρασαν άχρηστα τουφέκια, κάτι που διαπιστώθηκε όταν εμφανίστηκαν οι εθελοντές της «λεγεώνας» στην Ύδρα. Οι ξένοι θέλησαν να επιδείξουν τη στρατιωτική τους πείρα με μια χαιρετιστήρια ομοβροντία, αλλά, όταν ο διοικητής έδωσε το παράγγελμα «πυρ», τα τουφέκια δεν πήραν φωτιά γιατί, όπως αφηγείται ο αυτόπτης Χάινριχ Κίφερ, ήταν σκουριασμένα!!!.

Τον Οκτώβριο-Δεκέμβριο 1822, στο συνέδριο των Ευρωπαίων ηγεμόνων στη Βερόνα της Ιταλίας, στάλθηκε ελληνική επιτροπή αποτελούμενη από τους Παλαιών Πατρών Γερμανό και Α. Μεταξά, με συνοδό τον Γάλλο ναύαρχο Φ. Ζουρνταίν. Με εξουσιοδότηση του Μεταξά, ο Ζουρνταίν προσπάθησε να εξασφαλίσει δάνειο από το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, στο οποίο ανήκε και ο ίδιος!

Οι Ιωαννίτες, που έστειλαν µέχρι και πρέσβη στην Ελλάδα για διαπραγµατεύσεις, τον µαρκήσιο ντε Σαντ Κουά Μολάι, δεν διέθεταν εδαφικές κτήσεις από το 1798 (όταν πήρε τη Μάλτα ο Ναπολέων), προσέφεραν τη σύναψη δανείου. Ζητούσαµε 4 εκατοµµύρια αγγλικές λίρες.

Οι εκπρόσωποι του τάγµατος απάντησαν πως, αντί για 4 εκατοµµύρια, µπορούν να µας δώσουν 10, αρκεί να λάβουν ως αντάλλαγμά την κυριαρχία της Καρπάθου, της Αστυπάλαιας και της Ρόδου, την προσωρινή κατοχή της Σύρου των Οινούσσων και την εκμετάλλευση µιας σειράς ερηµόνησων στη δυτική πλευρά της Πελοποννήσου. Ο Φ. Ζουρνταίν έκρινε την πρόταση συμφέρουσα για τους Έλληνες.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Η πρόταση αυτή όμως του Τάγματος απορρίφθηκε γιατί θεωρήθηκε ότι οι προτεινόμενοι όροι ήταν εμφανώς ασύμφοροι, αφού από τα προσφερόμενα 10.000.000 φράγκα στο Κοινό Ελληνικό Ταμείο θα εισέρρεαν μόνον 4.000.000 φράγκα (τα υπόλοιπα θα παρέμεναν εις χείρας του Τάγματος …για τον κοινό κατά των Οθωμανών Αγώνα) αλλά και επειδή  ο Αγγλόφιλος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος απέβλεπε στον προσανατολισμό του επαναστατημένου έθνους προς την Αγγλία. Κατόπιν τούτων προκρίθηκε η πρότασή του για δανεισμό από την χώρα αυτή. Η προσφορά του Τάγματος, που τότε δεν διέθετε στρατιωτική δύναμη, θεωρήθηκε ότι ήταν άνευ αντικειμένου αλλά και σκόπιμη και επέβλεπε κυρίως στην «ανάσταση» του δια μέσου του ένοπλου αγώνα των Ελλήνων.

Μια ακόμα απόπειρα σύναψης δανείου έγινε µε τράπεζα των ιταλικών κρατιδίων, προκειµένου να εξασφαλίσουµε 1 εκατοµµύριο ισπανικά τάλιρα. Ωστόσο, η ελληνική αποστολή, στην οποία µετείχε ο µητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερµανός, αντιµετωπίστηκε µε καχυποψία από τους φερέλπιδες δανειστές, διότι «τα σχίσµατα των Γραικών, εµβάσασι εις υποψίας τους συντρόφους του τραπεζίτου».

Ακολούθως ανέλαβε τον ρόλο µεσολαβητή ο εύπορος Κεφαλλονίτης έµπορος Σπυρίδωνας Κοργιαλένιος. Φέρνει στην Τριπολιτσά τον πρώην στρατηγό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και εκπρόσωπο της Εταιρείας των Ινδιών, κόµητα Ντε Βούιτς, προκειµένου να συζητηθούν οι όροι του δανείου. Και πάλι, όµως, οι όροι αποδεικνύονται ληστρικοί.

Αρχές του 1823 η δηµοσιονοµική κατάσταση έχει γίνει απελπιστική. Τα τακτικά έσοδα καλύπτουν οριακά το ένα τρίτο των εξόδων και ο εσωτερικός δανεισµός είχε εξαντληθεί. Το Εκτελεστικό (η αντίστοιχη σημερινή κυβέρνηση) αποφασίζει να προσφύγει για δάνειο στην Αγγλία.

Τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 1823 αναθέτει στους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐµη και Ανδρέα Λουριώτη να µεταβούν στο Λονδίνο και σε συνεργασία µε το Φιλελληνικό Κοµιτάτο της Γηραιάς Αλβιώνας να συνάψουν δάνειο 4.000.000 ισπανικών τάλιρων «καθ’ ον κρίνωσι συµφερώτερον τρόπον».

Το παράδοξο είναι ότι η τριµελής επιτροπή δεν µπορεί να αναχωρήσει, γιατί δεν υπάρχουν χρήµατα ούτε για τα έξοδα του ταξιδιού! Τη λύση θα δώσει ο φιλέλληνας λόρδος Μπάιρον. Δανείζει στην κυβέρνηση 4.000 αγγλικές λίρες και έτσι καταφέρνουν να φθάσουν στη βρετανική πρωτεύουσα στις 26 Ιανουαρίου 1824.

Το κλίµα εκεί είναι ευνοϊκό, καθώς οι κεφαλαιούχοι έχουν αποφασίσει να καταφύγουν σε ριψοκίνδυνες κινήσεις. Δανείζουν µε υψηλό επιτόκιο σε κράτη ακόµη και µη αναγνωρισµένα όπως η Βραζιλία, η Κολοµβία και η Χιλή, ώστε να έχουν κέρδος. Όπως αναφέρει ο πρώην υπουργός Γιώργος Ρωµαίος στο βιβλίο «Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών» (εκδόσεις Πατάκη),«από το 1822 µέχρι και το 1825, οι Βρετανοί κεφαλαιούχοι είχαν παράσχει δάνεια σε 18 χώρες µε τιµή έκδοσης από 56% µέχρι 89% της ονοµαστικής αξίας».

Στις 9 Φεβρουαρίου 1824 συνάπτεται το πρώτο δάνειο, ύψους 800.000 λιρών, µε τους οίκους Loughiman, O’ Brion και Ellice Co, διάρκειας 36 ετών, από το οποίο η Ελλάδα θα λάµβανε στο χέρι µόνο το 59%, δηλαδή 472.000 λίρες. Και από το ποσό αυτό, όµως, παρακρατήθηκαν προκαταβολικά τόκοι δύο ετών ύψους 80.000 λιρών, άλλες 16.000 ως διετή χρεολύσια, 28.900 λίρες πηγαίνουν στον διακανονισµό που επέβαλε η αγορά πολεµοφοδίων και 3.200 λίρες ως προμήθεια συν κάποια άλλα έξοδα, που έχουν ως αποτέλεσμα να φτάσουν στην Ελλάδα µόλις 298.700 λίρες, και αυτές µε µμεγάλη καθυστέρηση. Μάλιστα, και ο εκ των πληρεξουσίων του ΄Εθνους Ι. Ορλάνδος, κράτησε αυτοβούλως (!) το ποσό 5.900 λιρών, για χρέη του Δημοσίου προς… την σύζυγό του ενώ μαζί με τον Λουριώτη πήραν και άλλες 5.045 λίρες για «ατομικά έξοδα»! Ωστόσο, για τη σύναψη του δανείου, υποθηκεύονταν όλα τα δημόσια έσοδα και τα εθνικά κτήματα.

Ορλάδος

Παρά τους τοκογλυφικούς όρους του δανείου, τα συγκεκριμένα χρήματα θεωρούνται υπεραρκετά για να παράσχουν την απαιτούμενη ώθηση στα ελληνικά στρατεύματα στη μάχη εναντίον των Οθωμανών. Αντ’ αυτού, το ποσό δαπανείται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στον εμφύλιο μεταξύ των Ελλήνων…

Η κυριαρχούσα παράταξη των Μαυροκορδάτου — Κουντουριώτη επιλέγει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα, προκειμένου να εδραιώσει τη θέση της στην εξουσία, και να υπονομεύσει τη δυναμική των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου.

Βέβαια, σημαίνοντα ρόλο στις εξελίξεις, διαδραματίζει και η Αγγλία, η οποία παρεμβαίνει συστηματικά υπέρ του αγγλόφιλου κόμματος και εναντίον των αντιφρονούντων, όπως για παράδειγμα ο Κολοκοτρώνης.

Στις 24 Μάη 1824 ο Ορλάδος από το Λονδίνο, γράφει σε ένα διάλειμμα του ξεκοκαλίσματος των 5.045 λιρών: «Αν η Διοίκησης ενίκησε τους αποστάτας αυτούς (σ.σ. τον Κολοκοτρώνη κι άλλους καπεταναίους) και δεν τους έκρινε να τους θανατώση δια να παστρεύση την Ελλάδα από τέτοιες βρώμαις, τότε η Ευρώπη ήθελε στοχασθή ότι η Ελληνική Διοίκησις δεν είναι διοίκησις» Στη συνέχεια …μαλακώνει και προτρέπει τη Διοίκηση να μην τους σκοτώσει όλους αλλά με τα χρήματα των δανείων να τους αντικαταστήσει με «Ιταλούς οφικιάλους» (αξιωματικούς)! Όπως θα δούμε, η Διοίκηση ενστερνίστηκε την άποψή του, απλά προτιμήθηκαν Άγγλοι πράκτορες για… «οφικιάλοι».

Εκτός αυτού από την πρώτη στιγµή που ήρθαν έστω και αυτά τα λιγοστά χρήµατα στον τόπο µας, άρχισαν οι καταχρήσεις και οι σπατάλες. Επί της ουσίας δεν υπήρχε έλεγχος στη διαχείριση του δανείου.

Τα πρώτα χρήματα του δανείου έφτασαν στην Ελλάδα το 1824 και σπαταλήθηκαν σε καθυστερήσεις οφειλόμενες σε δημόσια και ιδιωτικά χρέη. Οι πληρωμές είχαν ελάχιστη σχέση με τις ανάγκες της δημόσιας υπηρεσίας και του επαναστατικού πολέμου· οι αποφάσεις πάρθηκαν λόγω της επιρροής συγκεκριμένων ατόμων και μελών της κυβέρνησης. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων δόθηκε στους εφοπλιστές και τους ναύτες του ελληνικού στόλου και «η μερίδα του λέοντος» πήγε στους Υδραίους και τους Σπετσιώτες.

Κουντουριώτης

Ρουμελιώτες καπεταναίοι και στρατιώτες «έλαβαν μεγάλας δωρεάς» για να πολεμήσουν τους συμπατριώτες τους. «Ουχί ασήμαντον ποσόν» μοιράστηκε σε μέλη της Εθνικής Συνέλευσης και «μεταξύ μεγάλου σώματος αχρήστων οπαδών, οίτινες εχαρακτηρίζοντο ως δημόσιοι υπάλληλοι.» Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο καπετάν Γιάννης Γκούρας από τη Στερεά Ελλάδα, ενώ ήταν επικεφαλής οµάδας 3.000 ενόπλων ανδρών, έπαιρνε µισθούς και τρόφιµα για… 12.000 άνδρες!‘

Έτσι ενώ η πραγματική δύναμη των ελληνικών δυνάμεων ήταν περίπου 20.000 άνδρες, μισθοδοτούνταν 35.000-40.000. Αυτή η ευρεσιμισθία ήταν κοινό μυστικό. Ο καπετάνιος είχε μόνον ΕΝΑΝ, τον εαυτό του, έπαιρνε όμως «λουφέδες» (μισθούς) για πολλούς. Κάθε έναν από αυτούς ο λαός ονόμασε σκωπτικά, «ο καπετάν ένας»

Οσο εγγύτερη ήταν η σχέση του οπλαρχηγού µε την προσωρινή κυβέρνηση Κουντουριώτη – Μαυροκορδάτου τόσο µεγαλύτερη ήταν και το µερίδιο που λάµβανε, ενώ οι Πελοποννήσιοι είχαν αποκλειστεί από τη µοιρασιά, αφού βρίσκονταν σε κόντρα µε τους Ρουµελιώτες. Οι νικητές των εμφυλίων πολέμων αποδείχτηκαν «τόσον αισχροκερδείς όσον οι ηττηθέντες ήσαν φιλάρπαγες.»

Παρά τη γενικευμένη έλλειψη πόρων, αξιόλογο ποσό, αρκετό για να εξοπλίσει τον ελληνικό στόλο για την έξοδό του στο Αιγαίο, συγκεντρώθηκε «δι’ ιδίου εράνου». Ο δόκτωρ Χάου περιγράφει μια συγκινητική σκηνή στην πλατεία του Ναυπλίου: «Ο καθηγητής Γεννάδιος έρριψε κάτω το βαλάντιό του· – Αυτά και μόνα έχω· τα δίδω εις την πατρίδα τόσον πρόθυμος όπως θα τα έδιδα εις το τέκνον μου. Είμαι πρόθυμος να υπηρετήσω σε εργασίαν τινά επί έτος και να δώσω όλον τον μισθόν μου εις το δημόσιον.» Το πλήθος «συνεκινήθη μέχρι δακρύων. Πολλαί φωναί ηγέρθησαν προσφέρουσαι χρήματα. Η δημόσια έξαψις εβίασε τους αρχηγούς και τους πλουσίους να έλθωσιν αρωγοί, καίτοι απροθύμως, και περίγελως υπεδέχθη την εκφώνησιν των ονομάτων τους.»

Το δάνειο των 2.000.000 λιρών

Τα χρήµατα τελείωσαν, όπως φαντάζεστε, γρήγορα. Στις 31 Ιουλίου 1824 το Βουλευτικό αποφασίζει να συνάψει δεύτερο δάνειο, ύψους 15 εκατοµµυρίων τάλιρων. Η τριµελής αντιπροσωπεία υπό τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Λουριώτη και Γεώργιο Σπανιολάκη αυτήν τη φορά θα µεταβεί στο Παρίσι και το Λονδίνο προς αναζήτηση χρηµατοδότησης. Θα τύχουν «προθύµου υποδοχής εν αµφοτέραις ταύταις ταις αγορές». Ωστόσο θα προτιµηθούν για ακόµη µία φορά τραπεζίτες από τη Μεγάλη Βρετανία.

Το δεύτερο οµολογιακό δάνειο υπογράφεται στις 7 Φεβρουαρίου 1925, µε τους τραπεζίτες Ellice, Hobhouse, Burdett και αδελφούς Ρικάρντο, και ανερχόταν σε 2 εκατοµµύρια αγγλικές λίρες. Η Ελλάδα θα λάµβανε το 55% της ονοµαστικής αξίας του εν λόγω ποσού, ήτοι 1.100.000 λίρες. Ωστόσο από τα 2 εκατοµµύρια θα φτάσουν στην Ελλάδα µόλις… 232.558 λίρες – δηλαδή λιγότερα χρήµατα και από το πρώτο δάνειο που ήταν ονοµαστικής αξίας 800.000!

Στην Επιτροπή που διαπραγματεύτηκε το δεύτερο δάνειο είχε αντικατασταθεί ο Γ. Ζαίμης. Είχε αντισταθεί στη σκανδαλώδη διαδικασία του πρώτου δανείου, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με τον Ορλάνδο. Στη στιχομυθία, που ο ίδιος ο Ορλάνδος διασώζει, ο Ζαίμης ζητά «να τους μουντζώσωμεν και να φύγωμεν». «Και πως θα κινηθεί ο στόλος», ρωτά ο Ορλάνδος. «Με τα χρήματα των καραβοκυραίων κι αν δεν θέλουν τους τα βγάζουν με το ζόρι οι νησιώτες» απάντησε ο Ζαίμης. Φυσικά αποπέμφθηκε από την Επιτροπή, ο Ορλάνδος ήταν γαμπρός των Κουντουριωταίων…

Οι κινήσεις των δυο εκπροσώπων στο Λονδίνο είναι αμφιλεγόμενες. Κάποιοι ιστορικοί τούς μέμφονται ότι είχαν αποκλείσει από τη διαδικασία το «φιλελληνικό κομιτάτο», ενώ από άλλες πηγές προκύπτει ότι βρίσκονταν σε συνεργασία με ορισμένους «φιλέλληνες» κερδοσκόπους.

Το βέβαιο είναι ότι συνεργάστηκαν με μια τετραμελή ομάδα, που αργότερα η εφημερίδα Times του Λονδίνου, γράφοντας αλλεπάλληλα δημοσιεύματα για το «σκάνδαλο των ελληνικών δανείων», χαρακτήρισε ως «τετραρχία».

Η «τετραρχία» αποτελούνταν από την τράπεζα Ρικάρντο και τους Ελις (Ellice), Χομπχάους (Hobhouse) και Μπαρντέτ (Burdett), οι οποίοι φέρονται να διαχειρίστηκαν κατά βούληση τα χρήματα, χωρίς να δίνουν λόγο στους Έλληνες αντιπροσώπους, οι οποίοι προφανώς είχαν πλήρη άγνοια των συνθηκών των αγορών και δεν μπορούσαν να αντισταθούν στα τεχνάσματα των δαιμόνιων τραπεζιτών.

Όπως και να έχει, οι Λουριώτης και Ορλάνδος είχαν να (συν) διαχειριστούν ένα πολύ μεγάλο ποσόν, περίπου 1.150.800 λίρες, ιδιαίτερα σημαντικό για ένα κράτος μη αναγνωρισμένο, που καθημερινά κινδύνευε να εξαφανιστεί…

Το ποσόν προερχόταν από τα χρήματα του δεύτερου δανείου (1.100.000 λίρες), το υπόλοιπο του πρώτου δανείου (18.100 λίρες), τα χρήματα εράνου στην Καλκούτα των Ινδιών (2.200 λίρες) και τόκους εξαγορασθεισών ομολογιών του α’ και του β’ δανείου (10.500 λίρες).

Τα χρήματα συνοπτικά κατανεμήθηκαν ως εξής:

1) Σχεδόν το μισό του διαθέσιμου ποσού, δηλαδή 496.220 λίρες, διατέθηκε στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου για διάφορα έξοδα αλλά και κερδοσκοπικά παιχνίδια της «τετραρχίας».

2) Σε αυτά που έφτασαν στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης ή χρησίμευσαν για την πληρωμή συναλλαγών της και ανήλθαν σε 232.888 λίρες.

3) Για στρατιωτικές και ναυτικές προπαρασκευές στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες 392.600 λίρες. Ομως, «εκ των χρημάτων τούτων ουδεμίαν σχεδόν ωφέλειαν ηρύσθη η Ελλάς».

Που πήγαν τα άλλα; Ακολουθώντας πάντα τον Howe θ’ αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά κον­δύλια:

1) 64.000 λίρες μεσιτικά κι έξοδα που τσέπω­σαν οι τραπεζίτες Ρικάρδος και Ράλλης·

2) 200.000 λίρες που κρατήθηκαν προκαταβολικά για τόκους δυο χρόνων και χρεωλύσια·

3) 160.000 λίρες που φα­γώθηκαν από τον περιβόητο ναύαρχο Κόχραν και τους Άγγλους ναυπηγούς και που γι’ αυτά θα μιλή­σουμε παραΰστερα·

4) 156.990 λίρες που στάλθηκαν στην Αμερική για να ναυπηγηθούν δυο φρεγάδες και που απ’ αυτές μονάχα μια, η «Ελλάς», θα φτά­σει στον τόπο μας·

5) 11.000 λίρες που πήρε «φιλο­δώρημα» ο αφιλοκερδής πρόεδρος τού Αγγλοελλη­νικού κομιτάτου τού Λονδίνου σερ Τζών Μπόουριγκ·

6) 15.108 λίρες που δόθηκαν στον συνταγμα­τάρχη και ιστορικό Γκόρντον για να τις χρησιμο­ποιήσει κατά την κρίση του στην Ελλάδα·

7) 2.695 λίρες που έφαγε ο έμπορας Ιωάννης Μαυρογορδάτος τού Λονδίνου·

8) 7.500 λίρες για ν’ αγοραστούν μετοχές για λογαριασμό τού Ελληνικού κράτους. Αγοράστηκαν, με τη διαφορά όμως πως τις τσέπω­σαν ο Ορλάνδος κι ο Λουριώτης·

9) 113.000 λίρες για την αγορά μετοχών τού πρώτου δανείου, που η τιμή τους στο χρηματιστήριο είχε ξεπέσει. Πουλιώνταν 22%, μα οι δυο αντιπρόσωποι μας «τις χρέ­ωσαν στην Κυβέρνηση με 54 και 55%· τη διαφορά πονηρά οικειοποιήθηκαν»·

10) 6.716 λίρες για ατομικά έξοδα τού Ορλάνδου και τού Λουριώτη, εξόν απ’ όσα βούτηξαν από το πρώτο δάνειο.

Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής άκρως αποκαλυπτικά στοιχεία:

α) Ενα κονδύλι 57.000 λιρών διατέθηκε για την προμήθεια όπλων και πολεμοφοδίων. Ενα άλλο κονδύλι 20.000 διατέθηκε για κανόνια τόσο για τα φρούρια όσο και για πλοία, τα οποία, όμως, δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα!

β) Κονδύλι 113.000 λιρών διατέθηκε για τη ναυπήγηση έξι ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων που θα έφταναν έως τον Νοέμβριο του 1825. Οι ιστορικοί σημειώνουν ότι εάν αγοράζονταν έτοιμα πλοία θα ήταν πολύ φθηνότερα και θα διατίθεντο άμεσα στην ενίσχυση του στόλου.

Η παραγγελία έγινε στον Άγγλο ναυπηγό Γκαλογουέι (Galloway), του οποίου ο γιος εργαζόταν κοντά στον Τούρκο σουλτάνο και με διάφορες προφάσεις καθυστερούσε την κατασκευή, η οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί σε 4 ή 5 μήνες. Το ναυπηγείο Γκάλογουέι, που ανέλαβε την παραγγελία, είχε και άλλη μια ταυτόχρονη για το αιγυπτιακό ναυτικό του Ιμπραήμ.

Ωστόσο, ο… φιλέλληνας Ελις, μέλος της «τετραρχίας», δεν είχε προβλέψει καμία ρήτρα σε βάρος του ναυπηγού. Στην κατασκευή των πλοίων ενεπλάκη ο ναύαρχος Κόχραν, που πίστευε ότι ήταν και εφευρέτης και του δόθηκε άδεια να εφαρμόσει τα σχέδιά του στις μηχανές των πλοίων! Ο Κόχραν προσελήφθη με μισθό 37.000 λίρες προκαταβολικά (για τα …κατορθώματα που ΘΑ έκανε!). Άλλες 20.000 θα εισέπραττε όταν η Ελλάδα θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της.». Τα έξοδα της εκστρατείας του Κόχραν ορίστηκαν στις 150.000 λίρες. Ο Σπ. Τρικούπης υπολογίζει σε 113.000 λίρες τα χρήματα που καταχράστηκαν ο Cochrane και οι Άγγλοι ναυπηγοί, ο Howe μιλά για 160.000 λίρες

Έτσι, έπειτα από πολλές αναβολές παραδόθηκε, με καθυστέρηση ενός χρόνου, τον Σεπτέμβριο του 1926, ένα πλοίο, το «Καρτερία», που έφτασε στην Ελλάδα σε πολύ κακή κατάσταση και πρόσφερε ελάχιστα.

γ) Η παραγγελία δυο φρεγατών σε ναυπηγεία των ΗΠΑ. Η συμφωνία έγινε στο ναυπηγείο Leroy, Bayard and Co., όπου διευθυντής ήταν ο πρόεδρος του τοπικού «φιλελληνικού κομιτάτου» Μπαγιάρντ (Bayard).

Για τη συμφωνία με τον Μπαγιάρντ η «τετραρχία» και οι αντιπρόσωποι της Ελλάδας στο Λονδίνο έστειλαν, τον Μάρτιο του 1825, στη Νέα Υόρκη τον Γάλλο στρατηγό Λαλεμάν, πρώην αξιωματικό του ιππικού, χωρίς καμία γνώση περί των ναυτικών, με υψηλότατο μισθό 120 λιρών τον μήνα.

Στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού οι Έλληνες «έτυχον ακόμη ατιμοτέρας μεταχειρίσεως εκ μέρους ενίων των δήθεν φίλων των». Ο στρατηγός Λαλεμάν εστάλη στην Αμερική, ως πράκτορας του Λουριώτη, με «παχύν μισθόν» και συστατικές επιστολές από το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Αγγλίας (ο ναυπηγός κατά σύμπτωση ήταν και πρόεδρος του «Φιλελληνικού» Κομιτάτου της Ν. Υόρκης !!)· συμφώνησε να κατασκευαστούν δύο φρεγάτες πρώτης τάξεως με 64 κανόνια, χωρίς όμως να συμβληθεί για το ακριβές αντίτιμο, και πλήρωσε 155.000 λίρες.

Το ναυπηγείο ανέλαβε να κατασκευάσει σε διάστημα 6 μηνών δύο φρεγάτες 50 κανονιών, με τη δέσμευση ότι στον ίδιο χρόνο θα κατασκευάζονταν και 6 μικρότερες φρεγάτες. Ωστόσο, όχι μόνο το έργο δεν προχωρούσε αλλά το ναυπηγείο ζητούσε όλο και περισσότερα χρήματα.

Κατά τον Δεκέμβριο του 1825, τα δύο εργοστάσια δήλωσαν ότι έπρεπε να καταβληθεί επιπλέον ποσό 50.000 λίρες, αλλιώς θα έβγαζαν τα πλοία σε πλειστηριασμό. Τον Μάρτιο του 1826 ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη ο Κοντόσταυλος, «νοήμων Χίος έμπορος», για να λύσει το ζήτημα· το «σκάνδαλο» έφτασε μέχρι το Κογκρέσο και η αμερικάνικη κυβέρνηση αποφάσισε ν’ αγοράσει τη μία φρεγάτα «δια ν’ απολυτρώσει την άλλην», η οποία απέπλευσε στη Μεσόγειο. Το «φιλελληνικό» κομιτάτο στις ΗΠΑ καταχράστηκε απίστευτα ποσά όπως και ο Έλληνας επιβλέπων της ναυπήγησης, αντιπρόσωπος Κοντόσταυλος, που μετά έχτισε στην Παλαιά Βουλή πολυτελέστατο σπίτι…

Γράφει ο Ηowe: «750.000 δολάρια στάλθηκαν στις ΗΠΑ για την αγορά φρεγατών. Τελικά, με καθυστέρηση ενός χρόνου ναυπηγήθηκε μόνο μία (σ.σ. η φρεγάτα «Ελλάς») που τη χρέωσαν 300.000 δολάρια. Τα άλλα 450.000 δολάρια καταβροχθίστηκαν από Αμερικανούς πολίτες»! Υπενθύμιση: Ο Howe ήταν Αμερικανός πολίτης και το βιβλίο εκδόθηκε το 1828 στη Νέα Υόρκη!

Με λίγα λόγια, περίπου 400.000 ελληνικές λίρες δαπανήθηκαν για να κατασκευαστούν δύο φρεγάτες και για την πληρωμή των εξόδων της εκστρατείας του Κόχραν με έξι ατμόπλοια, τα οποία έπρεπε να βρίσκονται στο Ναύπλιο πριν το τέλος του 1825.

Η «Καρτερία» έφτασε στην Ελλάδα κατά τον Σεπτέμβριο του 1826 (αφού πρώτα το Μεσολόγγι έπεσε στις 12/4/1826), η φρεγάτα «Ελλάς» τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο λόρδος Κόχραν τον Μάρτιο του 1827, ένα δεύτερο πλοίο από την αγγλική παραγγελία τον Σεπτέμβριο του 1827 που χρησιμοποιήθηκε μόνο στο Ιόνιο και ελλιμενίστηκε στον Πόρο έως το 1832 κι ένα τρίτο και τελευταίο τον Σεπτέμβριο του 1828 που χρησιμοποιήθηκε μόνο για μεταφορές…Τα υπόλοιπα καταστράφηκαν σε δοκιμές στην Αγγλία…

Όταν το 1826 ανέλαβε η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη στο ταμείο βρέθηκαν μόνο 16 γρόσια, ούτε μια λίρα. Τα χρήματα των δανείων είχαν εξανεμισθεί. Δεν είχαν περισσέψει 20.000 λ.σ. για να σωθεί το Μεσολόγγι, όπως λέει ο Παπαρρηγόπουλος, ούτε για να συντηρηθεί ο τακτικός στρατός, τον οποίο η κυβέρνηση διέλυσε λόγω έλλειψης χρημάτων.

Από την άλλη πλευρά η αγγλική δανειοδότηση έγινε ο πιλότος της αγγλικής διείσδυσης και εξάρτησης της Ελλάδας, «το αγγλικό χρηματιστήριο του Λονδίνου συνδέθηκε με την πορεία των πραγμάτων εν Ελλάδι», σημειώνει ο Prokes Osten.

Στην επαναστατημένη Ελλάδα το 1826 θα συγκροτηθεί τριμελής εξελεγκτική επιτροπή για να ελέγξει τη διαχείριση της Επιτροπής Δανείου. Ειδικότερα, η Γ’ Εθνοσυνέλευση στη συνεδρίασή της, στις 3 Μαΐου 1827, αξίωνε να ζητηθεί λόγος από τον Ορλάνδο για 16.050 λίρες και από τον Λουριώτη για 4.552 λίρες. Τους Ορλάνδο-Λουριώτη κατηγορούσαν για πολυτελή διαβίωση και καταχρήσεις. Τον Ορλάνδο επιπλέον για 5.900 λ.σ. από το πρώτο δάνειο. Τελικά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε αλληλεγγύως χρεώστες για 28.769 λ.σ.. Η απόφαση ουδέποτε εκτελέσθηκε. Ωστόσο, το 1827, η Ελλάδα θα δήλωνε πτώχευση για πρώτη φορά.

Το ίδιο κενό θα βρει το ταμείο και ο Καποδίστριας. Όταν ανέλαβε έγραφε, «…ευρήκα το δημόσιο ταμείο όχι μόνον κενόν… αλλά βεβαρυμένο υπό του εξωτερικού χρέους των 2,4 εκ. λιρών».

Ουσιαστικά οι Άγγλοι όχι μόνο φρόντισαν να δέσουν στο άρμα τους την Ελλάδα με τα επαχθή και ληστρικά δάνεια, όχι μόνο καθυστέρησαν σκόπιμα τα έξι ατμοκίνητα και τις δύο Φ/Γ να έλθουν τέλη 1825 στο Αιγαίο, που ίσως θα έσωζαν το Μεσολόγγι και την Επανάσταση από τον Ιμπραήμ και τους διεθνείς «σωτήρες» του Ναυαρίνου, αλλά επέβαλαν –με απειλή ακύρωσης του δανεισμού, όπως ενημερώνει με έκθεσή του ο Ορλάνδος τον Κουντουριώτη και έναν απατεώνα, το λόρδο Κόχραν (Άγγλο πρώην μισθοφόρο ναυτικό στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Λατινοαμερικάνων σε Χιλή και Βραζιλία εναντίων Ισπανών και Πορτογάλων) ως κυβερνήτη του ελληνικού στόλου, με παράλληλη οικειοθελή παραίτηση του Μιαούλη (αντίστοιχα, ο Άγγλος Ρ. Τζωρτζ διορίστηκε αρχιστράτηγος και προκάλεσε την καταστροφική για την Επανάσταση μάχη του Φαλήρου στις 24/4/1827, με παραγκωνισμό υποχρεωτικό του Γ. Καραϊσκάκη από την αρχηγία).

Ο Κόχραν ήρθε τελικά στην Ελλάδα στις 29/3/1827, συνοδευόμενος με τη φήμη και την προπαγάνδα της ναυτικής αυθεντίας, που θα καταλάμβανε την Κωνσταντινούπολη και θα βύθιζε τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο (προπαγανδιζόταν ως «απελευθερωτής της Νοτίου Αμερικής» και «θρύλος των θαλασσών»). Με το τέλος “των υπηρεσιών του” φρόντισε πάντως να εξαφανισθεί από τη χώρας μας…

Κατόπιν όλων αυτών των ”αρρυθμιών – καταχρήσεων” και θνησιγενούς επανάστασης λόγω εμφυλίου και Ιμπραήμ, πως θα παίρναν πίσω τα λεφτά τους;

Μόνο με στρατιωτικό αποκλεισμό του Ιμπραήμ (με τους Γάλλους αξ/κούς του), αποχώρησή του και την εδραίωση ενός κράτους αποικιακού μοντέλου (αποικία χρέους δανείων). Από σύμπτωση, ο αποκλεισμός του Ιμπραήμ, εξελίχθηκε σε Ναυμαχία (1827), που δεν τον πτόησε, αφού αποχώρησε 1 χρόνο μετά (1828), παίρνοντας μαζί του λάφυρα και σκλάβους και αφήνοντας πίσω κατακαημένο το Μοριά και το Μεσολόγγι. Τον Ιμπραήμ, αντικατέστησε ο Γάλλος Μαιζόν με στρατό κατοχής (corps d’occupation) για να επιβάλει την τάξη στους ταλαίπωρους Ελληνες!

Η εφημερίδα «Times» του Λονδίνου έγραφε χαρακτηριστικά: «Το ελληνικό δάνειο υπέστη την τύχη του άντρα που πηγαίνει από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και πέφτει στα χέρια ληστών, αλλά δυστυχώς δεν βρίσκει τον καλό Σαμαρείτη… η ελληνική υπόθεση προδόθηκε στην Αγγλία».

Όμως, τελικά, πότε ακριβώς αποπληρώθηκαν αυτά τα δύο δάνεια; Οι ακραιφνείς όροι που συνοδεύουν αυτές τις δανειακές συμβάσεις συνεπάγονται νομοτελειακά τη στάση πληρωμής της προσωρινής κυβέρνησης, το 1827. Πριν δηλαδή, από την επίσημη ανακήρυξη του ελληνικού κράτους.

Παρά τα δάνεια που συνάφθηκαν στη συνέχεια, η αποπληρωμή των δύο επαναστατικών δανείων παραμένει σε εκκρεμότητα έως το 1866, ενώ το χρέος είχε φτάσει 8.428.975 λίρες, όταν Ελλάδα και Βρετανοί δανειστές ξεκινούν διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση των ελληνικών ομολόγων.

Αρκετά χρόνια αργότερα, και ειδικότερα το 1878, δίνεται η λύση, η οποία προβλέπει την αναχρηματοδότηση των δύο δανείων, μέσω της έκδοσης νέων ελληνικών ομολόγων. Τα νέα ομόλογα έχουν ως διάρκεια ωρίμανσης τα 30 έτη, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η Ελλάδα «ξεμπερδεύει» με τα πρώτα δύο δάνεια της ιστορίας της, σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα.

«Ευτυχώς που έγινε το Ναβαρίνο»

«Ακόμη, όμως, και εάν οι Έλληνες είχαν κάνει την καλύτερη δυνατή χρήση των δανείων, η Ιστορία απέδειξε ότι η απελευθέρωση της Ελλάδος χρειάστηκε τη Ναυμαχία στο Ναβαρίνο» ισχυρίζονται κάποιοι. Πρόκειται για ξεκάθαρη διαστρέβλωση. Η Ελληνική Επανάσταση, ακόμα και με δεδομένη την κακοδιαχείριση των δανείων και την εχθρική στάση όλων των Δυνάμεων είχε προκαλέσει μέγα διεθνές θέμα, είχε οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των Δυνάμεων. Ήταν προφανές πως δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Πάνω από όλα, αυτό που συνειδητά αποκρύπτεται είναι πως την ίδια περίοδο, σε δύο περιπτώσεις οι Επαναστάτες έφτασαν πολύ κοντά στο να πετύχουν την αποφασιστική στρατιωτική νίκη που θα διαμόρφωνε τετελεσμένα: Την άνοιξη του 1826 στο Μεσολόγγι και τον επόμενο χρόνο στην Αττική με την επική εκστρατεία του Καραϊσκάκη.

Και στις δύο περιπτώσεις, συνειδητά και σχεδιασμένα, η Αγγλία και τα πολιτικά φερέφωνα της στην Ελλάδα υπονόμευσαν τη δυνατότητα αυτή. Το Μεσολόγγι αφέθηκε σκόπιμα να πέσει από την πείνα, ακριβώς λίγους μήνες μετά τη σύναψη των «σωτήριων» δανείων η «Ελληνική» κυβέρνηση δεν διέθεσε ούτε ένα γρόσι για να το εφοδιάσει.

Την επόμενη χρονιά δολοφόνησαν τον Καραϊσκάκη και με αρχιστράτηγο τον George και ναύαρχο τον Cochrane οδήγησαν στην καταστροφή του Αναλάτου. Ο στόχος φαινόταν να επιτυγχάνεται: Η Ελλάδα προτεκτοράτο με εδάφη μόνο την Πελοπόννησο και λίγα νησιά, ναυτική βάση των Άγγλων και εμπόδιο στους Ρώσους.

Η απρόσμενη ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν εξέλιξη πέρα κι έξω από τον Αγγλικό σχεδιασμό. Μετά τη ναυμαχία αφαίρεσαν την αρχηγία του Αγγλικού στόλου της Μεσογείου από τον Κόδριγκτον και τον παρέπεμψαν σε ναυτοδικείο. Στον Βασιλικό Λόγο στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Μάρτη του 1828 αναφέρεται: «Η Α.Μ.. καίπερ εκτιμώσα την ανδρείαν των συμμαχικών στόλων, οικτίρει την σύγκρουσιν αυτών προς στόλον φιλικόν.»

Αποκρύπτεται ακόμη πως μετά το Ναβαρίνο, ο σουλτάνος Μαχμούτ, με την ενθάρρυνση της Αγγλίας, αρνήθηκε να συμβιβαστεί. Το μόνο που δεχόταν ήταν να παράσχει αμνηστία στους Επαναστάτες και «χάριζε τα δοσίματα από το 1821 ως το 1829»! Τότε μόνο υποχώρησε, όταν ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828 κι ο στρατηγός Ντίβιτς έφτασε έξω από την Κωνσταντινούπολη, επιβάλλοντας την υπογραφή της συνθήκης της Αδριανούπολης στις 14 Σεπτέμβρη του 1829.

Η καλύτερη μαρτυρία για την καταλυτική σημασία της συνθήκης αυτής είναι του πρωθυπουργού της Αγγλίας Γ. Γλάδστον: «το 10ον άρθρον της συνθήκης της Αδριανουπόλεως αποτελεί το διεθνές συμβόλαιον της υπάρξεως της Ελλάδος ως κράτους ανεξάρτητου».

Σε ανταπόκρισή του που δημοσιεύτηκε στην «New York Tribune», στις 21 Απρίλη 1853 ο Κ. Μαρξ γράφει: «Ποιος έκρινε την έκβαση του αγώνα των Ελλήνων; Ούτε οι συνωμοσίες του Αλή, ούτε οι ναυμαχία του Ναβαρίνου, ούτε ο Γαλλικός στρατός ούτε τα Πρωτόκολλα στο Λονδίνο αλλά ο Ντίβιτς επικεφαλής του Ρωσικού στρατού…».Τον Ντίβιτς ο Τσάρος τον ονόμασε «Ζαβαλκάνσκι» (Υπερβαλκάνιο), τον Κόδριγκτον οι Άγγλοι τον πέρασαν Ναυτοδικείο.

O Kαποδίστριας σε τρομερό αδιέξοδο

Αν και όπως είδαμε, η Ελλάδα δεν υπήρχε ακόμη ως κρατική οντότητα, οι πρώτες συμφωνίες για τα δύο πρώτα δάνεια αποτελούν, κατά την εκτίμηση του Σίμου Μποζίκη, την de jure εξωτερικής αναγνώριση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας. Ακόμα και έτσι όμως χρήματα η Ελλάδα από τις χρηματαγορές δεν μπορούσε πλέον να αντλήσει, όχι τουλάχιστον χωρίς εγγυήσεις ξένων χωρών.

Ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, που είχε αναλάβει ήδη καθήκοντα από το 1827 (έφτασε όμως στην Ελλάδα στις αρχές του 1828) τη δυσκολία αυτή την βρήκε μπροστά του. Το νεοπαγές κράτος χρήματα δεν είχε και χρειαζόταν οπωσδήποτε οικονομικές ενισχύσεις.

Άλλωστε ο αγώνας όχι μόνο δεν είχε τελειώσει ακόμα αλλά οι εμφύλιες έριδες αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα στην προσπάθεια. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Κερκυραίος κυβερνήτης αναζήτησε πιστώσεις.

Ιδού πως περιγράφει την προσπάθειά του Καποδίστρια ο Τάσος Βουρνάς: “Η Ρωσία κατά τη συνδιάσκεψη του Λονδίνου 9/21 Μάρτη του 1928 κατόρθωσε να ριμουλκήσει την Γαλλία στις απόψεις της και παρά τις αγγλικές αντιδράσεις προσφέρθηκε να εγγυηθεί το δάνειο των 2.000.000 λιρών που ζητούσε ο Καποδίστριας στο Λονδίνο. Η Αγγλία αρνήθηκε την εγγύηση και τότε Ρωσία και Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν το ελληνικό δημόσιο ταμείο με 500.000 γαλλικά χρυσά φράγκα το μήνα.

Τον Ιούνη του 1828 ο τσάρος έστειλε ένα ποσό 1.500.000 χρυσών ρουβλιών (3.750.000 γαλλικά φράγκα) και ακολούθησαν και άλλες μηνιαίες ενισχύσεις από Ρωσία και Γαλλία. Φυσικά ο εξωτερικός δανεισμός και οι μηνιαίες ενισχύσεις δεν έλυσαν το μέγα πρόβλημα του χάους της ελληνικής οικονομίας και ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να καταφύγει και πάλι στο μεσαιωνικό φόρο της δεκάτης-τροποποιώντας τον- και την αύξηση των δασμών, μέτρα που είχαν επιβλαβείς επιπτώσεις στο λαϊκό εισόδημα”.

Έτσι η ενίσχυση απέκτησε τη μορφή των μηνιαίων “ενέσεων” από συγκεκριμένες χώρες (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από κρατικά ταμεία). Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως οι χρηματοδότες προωθούσαν και τα γενικότερα γεωπολιτικά τους συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με ότι αυτό συνεπαγόταν για την ελληνική εξωτερική πολιτική που έπρεπε συνεχώς να ισορροπεί μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Ακόμη και η ελληνική πολιτική ζωή απέκτησε κατεύθυνση ανάλογη των διαθέσεων των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής, της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας (προέκυψαν, έτσι, το αγγλικό, το ρωσικό και το γαλλικό κόμμα).

Ο Καποδίστριας, που είχε υπολογίσει τις συνολικές ανάγκες του ελληνικού κράτους στα 60.000.000 χρυσά φράγκα, τελικά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει αυτό το ποσό. Ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1831 από την οικογένεια Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο και έτσι, όταν πια άνοιξε ο δρόμος για το δάνειο των 60.000.000, αυτό δόθηκε στον βασιλιά Όθωνα ως μία ιδιότυπη προικοδότηση για να να αναλάβει ο Βαυαρός μονάρχης τη δουλειά στο βασίλειο της Ελλάδας.

Τον Ιανουάριο του 1833 ο Όθωνας µε ένα σµήνος Βαυαρών αξιωµατούχων αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο έχοντας ως προίκα, από το γαλλικό τραπεζικό οίκο Ρότσιλντ, δάνειο ύψους 64.000.000 χρυσών φράγκων. Τέτοιος ήταν ο βαθµός της διασπάθισης του νέου δανείου που ονοµάστηκε «βασιλοφάγον άµα και βασιλο-ποιόν». Είναι χαρακτηριστικό ότι µόνο για τα έξοδα της βαυαρικής δυναστείας και του στρατού της σπαταλήθηκε το 1/6 του δανείου, ενώ το µισό παρακρατήθηκε για τόκους και προµήθειες.

Η δεύτερη πτώχευση δεν άργησε, αφού όπως γραφόταν στον Τύπο της εποχής, η Ελλάδα από την ηµέρα που κατέφυγε σε δανεισµό βρέθηκε φτωχότερη. Οι δανειστές απαίτησαν από τη χώρα τη δήµευση µεγάλου µέρους του προϋπολογισµού και επέβαλαν τη θέλησή τους κρατώντας την Ελλάδα σε βαθιά καθυστέρηση και σε ακόµα βαθύτερη εξάρτηση. Η Αγγλία και η Γαλλία διόριζαν δουλικές κυβερνήσεις και παρενέβαιναν διαρκώς στα εσωτερικά πράγµατα της χώρας.

Μέχρι την έξωση του Όθωνα, το 1864, όλες οι προσπάθειες για νέο δανεισµό αποτύγχαναν. Τότε το κράτος άρχισε να δανείζεται από την «πατριωτική» Εθνική Τράπεζα υποθηκεύοντας εθνικά κτήµατα, όπως τους ελαιώνες της Άµφισσας.

Η Εθνική Τράπεζα, που είχε ιδρυθεί από τον ταµία του Αλή πασά, τον Γεώργιο Σταύρο, δε λειτουργούσε παρά σαν δούρειος ίππος του γαλλικού τραπεζικού οίκου Ρότσιλντ και του ελβετικού οίκου Εϋνάρδου. Τα ελλείµµατα διογκώνονταν και οι δανειστές πίεζαν για τη ρύθµιση των παλιών δανείων προκειµένου να εγκρίνουν καινούρια. Η ρύθµιση που βρέθηκε ήταν ο λεγόµενος συµβιβασµός του 1879, που στην πραγµατικότητα επρόκειτο για µια πρωτάκουστη δήµευση των µισών κρατικών εσόδων.

Εν τω μεταξύ η χώρα, με τη συνθήκη του Λονδίνου (1832), ήταν ήδη ανεξάρτητη. Το πόσο “ανεξάρτητη” ήταν, φάνηκε τις επόμενες δεκαετίες που εκτός δεκαετίες εδαφικής ανάπτυξης ήταν και περίοδος συνεχών πτωχεύσεων και χρεωκοπιών. Όλα, όπως είδαμε, ξεκίνησαν από το πρώτο δάνειο του 1824. Η συζήτηση δε για την αναδιάρθρωση (και αυτός ο όρος μας θυμίζει πολλά από αυτά που έγιναν πρόσφατα) των δανείων των 1824 και του 1825 άρχισε μόλις τη δεκαετία του 1870. Ακόμα δεν είχαν ξεπληρωθεί…

Επίλογος

Αν αλλάξει κανείς ονόματα και χρονολογίες είναι πιθανόν να μπερδευτεί. Δάνεια από το εξωτερικό που οι κυρίαρχες φωνές τα χαρακτηρίζουν «ευλογία», λεφτά που «μαζί τα φάγαμε» γιατί εμείς οι Έλληνες «έχουμε τη διαφθορά στο DNA μας», ατελείωτο φαγοπότι στα εξοπλιστικά προγράμματα, ξενόδουλες κυβερνήσεις πιόνια στη διεθνή σκακιέρα, διαχρονικοί «Ορλάνδοι». Όλα αυτά χτυπημένα στο μίξερ μαζί με «πολιτισμένους Ευρωπαίους θαμπωμένους από τη λάμψη του Παρθενώνα» που μας προσφέρουν «πρωτοφανή στήριξη»! Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Αυτή ακριβώς η διαπίστωση οδηγεί «ακαδημαϊκούς» να αποτινάσσουν κάθε ίχνος επιστημοσύνης (ενίοτε και σοβαρότητας) προκειμένου να ακολουθήσουν τη γνωστή, αντίστροφη διαδρομή της αστικής ιστοριογραφίας: Κόβουν και ράβουν την ιστορία με κριτήριο τις σύγχρονες πολιτικές συνθήκες και το αποτέλεσμα το αξιοποιούν ως ιδεολογικό όπλο για τη δικαιολόγηση των σημερινών πολιτικών επιλογών όπως τα Μνημόνια ή την εξάρτηση από τη Δύση. Εξόχως φαιδρή κι η εμμονή να αναδειχθεί ως «σωτήρας» η Δύση και να αποσιωπηθεί ο όποιος, ρόλος της Ρωσίας. Της Ρωσίας, όχι της Σοβιετικής Ένωσης, εδώ δεν έχουμε το «φάντασμα του κομμουνισμού», ο Ντίβιτς δεν ήταν ο Ζούκοφ. Φαιδρή αλλά εξηγήσιμη με όρους σύγχρονων γεωπολιτικών αντιθέσεων.

Και το κυριότερο, έχουν στόχο τον εξοβελισμό κάθε συζήτησης για τον ρόλο του λαϊκού παράγοντα, τον εξοβελισμό ακόμα και της λέξης «Επανάσταση»! Μας έσωσαν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι τραπεζίτες, οι φωτισμένοι πολιτικοί, οι Έλληνες της διασποράς κι όποιος άλλος εκτός… εκτός από αυτούς που πολεμούσαν 8 χρόνια, εκτός από τους 200.000 νεκρούς, εκτός τελικά από της Επανάσταση.

Ευτυχώς για μας, δυστυχώς για αυτούς, η ιστορική αλήθεια είναι αμείλικτη, αρκεί να φτάνει στην κοινωνία.

.https://choratouaxoritou.gr/?p=124766

Loading...

Συμπληρώστε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα από το Triklopodia πρώτοι!:

Στείλε μας το άρθρο σου

Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο “Triklopodia.gr”, μπορεί να μας ενημερώσει, στο “triklopodia@hotmail.gr” ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.

Στην Τρικλοποδιά ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr

Loading…