Αντιαεροπορική Άμυνα: Θεωρία και Πράξη
Οι απειλές κατά της ασφάλειας ενός κράτους εξελίσσονται διαρκώς μέσα στο χρόνο, αφού επηρεάζονται πλέον από μια σειρά σύνθετων παραγόντων. Η παγκόσμια ασφάλεια έχει μειωθεί και οι πιθανότητες ένοπλων περιφερειακών συγκρούσεων έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ η τεχνολογική πρόοδος έχει καταστήσει την αεροπορική ισχύ σημείο αναφοράς τόσο σε επίπεδο αναχαίτισης, όσο και σε επίπεδο κρούσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αεροπορικές επιχειρήσεις θεωρούνται ως ο πλέον ευέλικτος και ενδεδειγμένος τρόπος για την εκτέλεση αμυντικών ή επιθετικών επιχειρήσεων. Και τούτο διότι τα διαθέσιμα αεροπορικά μέσα είναι πολλά και ικανά να εκτελέσουν ολόκληρο σχεδόν το φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η αναγκαιότητα για ένα αποτελεσματικό δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας είναι δεδομένη όταν η αεροπορική απειλή είναι ορατή και σημαντική. Η ικανότητα ενός έθνους να προβάλει την ισχύ του μέσα σε ελάχιστο χρόνο είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ικανότητά του να ενεργοποιεί το δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας που διαθέτει στον ίδιο ελάχιστο χρόνο. Αυτή η αντίληψη βασίζεται στη θεωρία της ισορροπίας μεταξύ της ενεργητικής και της παθητικής άμυνας. Δηλαδή μια χώρα δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στα μαχητικά αεροσκάφη (ενεργητική άμυνα) ή μόνο στα αντιαεροπορικά συστήματα (παθητική άμυνα). Ο συνδυασμός των δύο είναι αυτός που προσφέρει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα (εξασφάλιση του εθνικού εναερίου χώρου, επιθέσεις κορεσμού κ.ά.). Για παράδειγμα, είναι διαφορετικό ένας Τούρκος πιλότος να γνωρίζει ότι μεταξύ αυτού και του στόχου μεσολαβεί ένα μόνο μαχητικό της ΠΑ και διαφορετικό να γνωρίζει ότι μεταξύ αυτού και του στόχου μεσολαβεί ένα μαχητικό αεροσκάφος και αριθμός αντιαεροπορικών συστημάτων με κλιμακωτό βεληνεκές. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει προσδώσει στα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη την ικανότητα προσβολών χειρουργικής ακριβείας με ένα μόνο βλήμα και από μεγάλη απόσταση. Με άλλα λόγια, κάθε μαχητικό πλέον μπορεί, τουλάχιστον θεωρητικά, να καταστρέψει τόσους στόχους, όσα και τα βλήματα που μεταφέρει.
Η αντιαεροπορική προστασία ενός κράτους απαιτεί μια ολοκληρωμένη και διακλαδική προσέγγιση, αφού τα διαθέσιμα εναέρια και επίγεια μέσα θα πρέπει να ενοποιηθούν πλήρως και με αρμονικό τρόπο, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο μηδενικής προσπέλασης. Τα μέσα αυτά είναι τα αεροσκάφη, τα επίγεια αντιαεροπορικά συστήματα και ένα ενοποιημένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Για να επανέλθουμε στο πρόβλημα της προσβολής στόχων με μικρή RCS (Radar Cross Section), δηλαδή μικρότερη των 0,05 τετραγωνικών μέτρων (τέτοια διατομή παρουσιάζουν τα βλήματα AGM-65 Maverick), μια ελκυστική λύση αποτελεί η χρήση ραντάρ παλμικού Doppler δύο διαστάσεων, το οποίο να λειτουργεί στη ζώνη συχνοτήτων Χ. Με αυτή τη συνθήκη είναι δυνατή η ανίχνευση στόχου με μικρή RCS στα 10 χιλιόμετρα. Βέβαια, υπάρχει και η λύση των τρισδιάστατων ραντάρ, τα οποία επιτυγχάνουν ταχύτερη ανίχνευση του στόχου, αλλά το οικονομικό κόστος είναι μεγαλύτερο. Μια άλλη εναλλακτική λύση είναι οι ηλεκτροπτικοί αισθητήρες, όπως για παράδειγμα τα συστήματα FLIR.
Το αντιαεροπορικό δίκτυο είναι ευάλωτο στον αιφνιδιασμό, στις επιθέσεις κορεσμού αλλά, πάνω απ’ όλα, στις επιθέσεις ηλεκτρονικών παρεμβολών. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα σύγχρονο δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας θα πρέπει να διαθέτει ικανότητες εμπλοκής στόχων κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, ημέρα και νύχτα, να είναι ανθεκτικό στα ηλεκτρονικά αντίμετρα, να εξασφαλίζεται η διαρκής επιχειρησιακή του λειτουργία, να είναι σε θέση να αντιδρά και να βάλει ταχύτατα, να μπορεί να διασυνδεθεί με άλλα αντιαεροπορικά συστήματα ή σταθμούς ραντάρ, να διαθέτει ικανότητες τακτικής κινητικότητας, να μπορεί να εμπλέκει πολλαπλούς στόχους ταυτόχρονα και να έχει υψηλό βαθμό φονικότητας.
Η εμπειρία δείχνει ότι απέναντι σε βλήματα με χαμηλή διατομή ραντάρ ή απέναντι σε μη επανδρωμένα συστήματα, τα αντιαεροπορικά όπλα δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Ομοίως και τα αντιαεροπορικά συστήματα μικρού ή πολύ μικρού βεληνεκούς που δεν διαθέτουν αντιπυραυλικές ικανότητες έχουν σοβαρό επιχειρησιακό μειονέκτημα. Αλλά και στα μεγάλα ύψη υπάρχουν πολλές προκλήσεις. Για παράδειγμα, η αναχαίτιση ενός τακτικού βαλλιστικού βλήματος είναι εφικτή μόνο με τη χρήση αντιπυραυλικού συστήματος. Σε τελική ανάλυση, η επιτυχία ενός αντιαεροπορικού συστήματος είναι συνάρτηση της ταχύτητας με την οποία θα πραγματοποιηθεί η εμπλοκή του στόχου.
Αιγαίο: Θανάσιμη ομπρέλα αεράμυνας
Αντιαεροπορική Άμυνα: Συστήματα μεγάλου και μέσου βεληνεκούς
Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς η Ελλάδα διαθέτει δύο συστήματα: Το αμερικανικό Patriot και το ρωσικό S-300 PMU-1.
Οι 36 εκτοξευτές Patriot της αμερικανικής Raytheon, που διαθέτει η Ελλάδα, συγκροτούν έξι πυροβολαρχίες με έξι τετραπλούς εκτοξευτές έκαστη πυροβολαρχία. Η σύμβαση, ύψους $ 887.000.000, για την προμήθεια τεσσάρων πυροβολαρχιών υπογράφηκε το Φεβρουάριο του 1999. Ακολούθησε, το Νοέμβριο του 1999, η ενεργοποίηση του δικαιώματος προαίρεσης, ύψους $ 222.000.000, για την προμήθεια άλλων δύο πυροβολαρχιών. Οι παραδόσεις ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2002 και ολοκληρώθηκαν το 2004. Μέχρι την έλευση τους, η Ελλάδα παρέλαβε από τις ΗΠΑ με τη μορφή μίσθωσης, τον Οκτώβριο του 1999, τρείς πυροβολαρχίες με τέσσερις τετραπλούς εκτοξευτές έκαστη πυροβολαρχία, οι οποίες επεστράφησαν στις ΗΠΑ το Σεπτέμβριο του 2002 (το συνολικό κόστος της μίσθωσης ανήλθε στα $ 30.000.000). Η σύμβαση προέβλεπε και την προμήθεια 200 βλημάτων τύπου MIM-104D PAC-2 GEM (Patriot Advanced Capability-2 Guided Enhanced Missile) μέγιστου βεληνεκούς 160 χιλιομέτρων, τα οποία άρχισαν να παραλαμβάνονται από τον Ιούνιο του 2002, ενώ η σύμβαση της μίσθωση των τριών πυροβολαρχιών προέβλεπε και τη μίσθωση 96 βλημάτων τύπου MIM-104A μέγιστου βεληνεκούς 70 χιλιομέτρων. Τα βλήματα αυτά παρελήφθησαν την περίοδο 1999-2000 και παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα δωρεάν, μαζί με άλλα 29 βλήματα του ίδιο τύπου, από τις ΗΠΑ το 2002.

Οι οκτώ εκτοξευτές S-300 PMU-1 της ρωσικής Almaz-Antey (δύο πυροβολαρχίες με τέσσερις τετραπλούς εκτοξευτές έκαστη πυροβολαρχία, αν και σύμφωνα με ορισμένες πηγές οι εκτοξευτές είναι 12). Η σχετική σύμβαση, ύψους $ 437.000.000, υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 1997 μεταξύ της Κύπρου και της Ρωσίας. Ωστόσο κατόπιν ισχυρών διεθνών αντιδράσεων και πιέσεων αποφασίστηκε τελικά τα συστήματα, μαζί με 175 βλήματα τύπου 5V55R μέγιστου βεληνεκούς 90 χιλιομέτρων, να μεταφερθούν και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, κάτι που έγινε το Φεβρουάριο του 1999. Ως αντάλλαγμα η Κύπρος παρέλαβε από την Ελλάδα έξι αντιαεροπορικά συστήματα κατευθυνόμενων βλημάτων μικρού βεληνεκούς τύπου Tor-M1 και 12 αυτοκινούμενα πυροβόλα τύπου Zuzana διαμετρήματος 155mm στη βελτιωμένη έκδοση Μ-2000G. Η κυριότητα των S-300 PMU-1 μεταβιβάστηκε από την Κύπρο στην Ελλάδα, κατόπιν σχετικής σύμβασης, η οποία υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 2007. Με την ίδια σύμβαση η Ελλάδα παραχώρησε στην Κύπρο την κυριότητα των έξι Tor-M1 και των 12 Zuzana.
Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς η Τουρκία παρουσιάζει επιχειρησιακό κενό, καθώς δεν διαθέτει κάποιο σύστημα. Επίσημα η Τουρκία διατηρεί σε υπηρεσία 60 εκτοξευτές της οικογένειας Nike (12 της έκδοσης MIM-3 Nike-Ajax και 48 της έκδοσης MIM-14 Nike-Hercules), αλλά το πιθανότερο είναι ότι τα μεν MIM-14 Nike-Hercules αποσύρθηκαν από την υπηρεσία με την έλευση των συστημάτων Hawk XXI, τα δε MIM-3 Nike-Hercules είχαν αποσυρθεί από την υπηρεσία νωρίτερα. Για την ιστορία, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι 60 εκτοξευτές MIM-3/-14 Nike-Ajax/Hercules συγκροτούσαν δέκα πυροβολαρχίες με έξι εκτοξευτές έκαστη πυροβολαρχία. Οι πρώτοι 12 εκτοξευτές, μαζί με 75 βλήματα MIM-3 Nike-Ajax μέγιστου βεληνεκούς 48 χιλιομέτρων, παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ το 1954 και παρελήφθησαν το 1955, ενώ 48 εκτοξευτές, μαζί με 520 βλήματα MIM-14 Nike-Hercules μέγιστου βεληνεκούς 140 χιλιομέτρων, παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ το 1958 και παρελήφθησαν την περίοδο 1959-1964.

Σύμφωνα με τις τελευταίες επίσημες πληροφορίες η Τουρκία βρίσκεται στο τελικό στάδιο διαπραγμάτευσης για την προμήθεια των προηγμένων ρωσικών αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς S-400 Triumph (SA-21 Growler κατά την ορολογία του ΝΑΤΟ) μέγιστου βεληνεκούς 400 χιλιομέτρων. Οι δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων ότι «το συμβόλαιο έχει συμφωνηθεί, τα πάντα είναι ξεκάθαρα, το θέμα του χρηματοδοτικού δανείου δεν έχει επιλυθεί ακόμα» αποδεικνύουν ότι το πρόγραμμα βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο υλοποίησης. Είχε προηγηθεί, το φθινόπωρο του 2013 η απόφαση προμήθειας του κινεζικού συστήματος HQ-9 (FD-2000), έκδοχο του ρωσικού S-300. Το πρόγραμμα τελικά ακυρώθηκε κατόπιν των σφοδρών αντιδράσεων από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, κύκλοι του οποίου διαμήνυσαν-ξεκαθάρισαν στην Τουρκία ότι «το ΝΑΤΟ θα ήταν εξαιρετικά απρόθυμο να συνεργαστεί για την ενσωμάτωση ενός συστήματος που έχει δημιουργηθεί με κινεζική τεχνολογία με οποιοδήποτε σύστημα της αλυσίδας του ΝΑΤΟ». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων: «Εκφράσαμε τις σοβαρές μας ανησυχίες για τις συνομιλίες της τουρκικής κυβέρνησης για μια σύμβαση με μια εταιρεία, στην οποία έχουν επιβληθεί αμερικανικές κυρώσεις, για ένα αντιπυραυλικό αμυντικό σύστημα, το οποίο δεν θα είναι διαλειτουργικό με τα συστήματα του ΝΑΤΟ ή με τις συλλογικές δυνατότητες αμυντικών επιχειρήσεων». Τελικά, τον Ιανουάριο του 2015 η Τουρκία ανακοίνωσε την «μετακύλυση» του προγράμματος, δηλαδή την ακύρωση του στην πράξη.


Η Τουρκία διαθέτει 48 εκτοξευτές Hawk XXI, οι οποίοι συγκροτούν οκτώ πυροβολαρχίες με έξι τριπλούς εκτοξευτές έκαστη πυροβολαρχία. Αγοράστηκαν από τις ΗΠΑ στο επίπεδο Improved Hawk, μαζί με οκτώ ραντάρ AN/MPQ-64 Sentinel μέγιστης εμβέλειας 40 χιλιομέτρων. Τα ραντάρ αγοράστηκαν ξεχωριστά και ενσωματώθηκαν στο σύστημα κατά τη διάρκεια του προγράμματος εκσυγχρονισμού που προηγήθηκε πριν παραδοθούν στην Τουρκία. Συγκεκριμένα, το 2002 υπογράφηκε συμβόλαιο, ύψους $ 100.000.000, για την αναβάθμιση των Improved Hawk στο επίπεδο Hawk XXI. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε το 2005 οπότε και παρελήφθησαν από την Τουρκία. Το 2005 η Τουρκία παρέλαβε και 175 βλήματα της έκδοσης MIM-23B μέγιστου βεληνεκούς 40 χιλιομέτρων και διάρκεια ζωής έως το 2020.
Αντιαεροπορική Άμυνα: Συστήματα μικρού βεληνεκούς
Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων μικρού βεληνεκούς η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 75 συστήματα, εκ των οποίων 25 Tor-M1, 19 Osa-AK, 20 Osa-AKM και 11 Crotale NG.

Τα πρώτα 12 Osa-AK παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία το 1992 και παρελήφθησαν το 1994, μαζί με 924 βλήματα 9M33Μ2 μέγιστου βεληνεκούς 10 χιλιομέτρων. Το 1998 αγοράστηκαν από τη Ρωσία και παρελήφθησαν 20 συστήματα (16 της αρχικής σύμβασης συν τέσσερα κατόπιν της ενεργοποίησης του σχετικού δικαιώματος προαίρεσης), της βελτιωμένης έκδοσης Osa-AKM, μαζί με 500 βλήματα 9M33Μ2. Τον Απρίλιο του 2005 η Ρωσία συμφώνησε στη δωρεάν παραχώρηση επτά επιπλέον συστημάτων Osa-AK, τα οποία παρελήφθησαν στις αρχές του 2007 μαζί με 180 βλήματα 9Μ33Μ3 μέγιστου βεληνεκούς 15 χιλιομέτρων για χρήση από τα Osa-AKΜ. Επίσης αποφασίστηκε και η ανακατασκευή, για την επέκταση του επιχειρησιακού ορίου ζωής, των 1.424 διαθέσιμων βλημάτων 9Μ33Μ2 αν και σύμφωνα με ορισμένες πηγές η ανακατασκευή αφορούσε μόνον 395 βλήματα. Μαζί με τους εκτοξευτές η Ελλάδα παρέλαβε, το 1992, ένα ραντάρ έρευνας αέρος Long Track και ένα P-15/Flat Face-A, 19 οχήματα διοίκηση BTR-60PU-12 και ένα όχημα MT-LB. Από τα 19 οχήματα διοίκησης τα τρία παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία το 1991 και παρελήφθησαν το 1992, ενώ τα υπόλοιπα 16 αγοράστηκαν από τη Ρωσία το 1998 και παρελήφθησαν το ίδιο έτος.
Η σύμβαση, ύψους $ 266.000.000, για την προμήθεια 11 συστημάτων τύπου Crotale NG (Nouvelle Generation) υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1999. Οι παράδοση των συστημάτων ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2002 και ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 2002. Μέχρι την έλευση των νέων συστημάτων η Γαλλία παραχώρησε, για εκπαιδευτικούς σκοπούς, τέσσερα συστήματα, τα οποία επεστράφησαν το 2002 (είχαν παραληφθεί από την Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 2000). Από τα 11 συστήματα, δύο χρησιμοποιεί το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ), ενώ τα υπόλοιπα εννέα συστήματα χρησιμοποιεί η Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ). Μαζί με τα 11 συστήματα η Ελλάδα παρέλαβε και 176 βλήματα τύπου VT-1 μέγιστου βεληνεκούς 11 χιλιομέτρων.
Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων μικρού βεληνεκούς η Τουρκία διαθέτει 86 συστήματα Rapier. Τα πρώτα 36 συστήματα τύπου Rapier-FSB1 (Field Standard B1) αγοράστηκαν το 1983, μαζί με 12 ραντάρ ελέγχου πυρός DN-181 BlindFire και 750 βλήματα της έκδοσης Rapier Mk.1 μέγιστου βεληνεκούς 8,2 χιλιομέτρων. Το κόστος του προγράμματος ανήλθε στα $ 146.000.000, ενώ συστήματα και βλήματα παραδόθηκαν την περίοδο 1983-1985. Το 1985 αγοράστηκαν άλλοι 36 εκτοξευτές, μαζί με 12 ραντάρ και άλλα 750 βλήματα (πιθανότατα ασκήθηκε το δικαίωμα προαίρεσης της αρχικής σύμβαση). Οι παραδόσεις ξεκίνησαν το 1986 και ολοκληρώθηκαν το 1988. Στις αρχές του 1995 οι ΗΠΑ παραχώρησαν δωρεάν στην Τουρκία δωρεάν άλλους 14 εκτοξευτές, μαζί με 13 ραντάρ και 515 βλήματα Rapier Mk.1 (συστήματα και βλήματα παρελήφθησαν το 1996). Επρόκειτο για συστήματα, τα οποία είχαν αγοράσει οι ΗΠΑ το 1985 για την προστασία των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Τουρκία. Το 1996 αποφασίστηκε η αναβάθμιση των 72 συστημάτων Rapier-FSB1 και έξι από τους 14 εκτοξευτές που παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ στο επίπεδο Rapier-2000. Το συμβόλαιο, αξίας $ 100.000.000, υπογράφηκε το 1996 και οι εργασίες αναβάθμισαν διήρκεσαν από το 1997 έως το 2002. Το 2002 και με κόστος $ 130-150.000.000, αγοράστηκαν 840 βλήματα της αναβαθμισμένης έκδοσης Rapier Mk.2B, τα οποία παραδόθηκαν την περίοδο 2002-2010. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην έκδοση Rapier Mk.2B το βλήμα έχει διττό ρόλο (αντιαεροπορικό και αντιαρματικό), ενώ σύμφωνα με ορισμένες πηγές οι οκτώ μη-αναβαθμισμένοι εκτοξευτές Rapier-FSB1 έχουν αποσυρθεί ή διατηρούνται σε υπηρεσία σε εκπαιδευτικό ρόλο.
Αντιαεροπορική Άμυνα: Συστήματα πολύ μικρού βεληνεκούς
Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων πολύ μικρού βεληνεκούς η Ελλάδα διαθέτει 54 αυτοκινούμενα συστήματα ASRAD Hellas, καθώς και φορητούς αντιαεροπορικούς εκτοξευτές FIM-92 Stinger. Η σύμβαση, ύψους $ 134.000.000 για την προμήθεια 54 ASRAD Hellas υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2000. Οι παραδόσεις ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2004 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 2006, ενώ το Σεπτέμβριο του 2007 ολοκληρώθηκε και η παράδοση των τεσσάρων σταθμών διοίκησης επιπέδου ουλαμού, οι οποίοι κατασκευάστηκαν στο πλαίσιο υλοποίησης των αντισταθμιστικών ωφελημάτων (φέρονται επί οχημάτων M-1097A2). Η σύμβαση του 2000 προέβλεπε την τοποθέτηση του συστήματος σε οχήματα MB-290, αλλά επειδή το σύστημα αποδείχθηκε βαρύ για τα οχήματα του συγκεκριμένου τύπου, το Φεβρουάριο του 2001 αποφασίστηκε να τοποθετηθούν σε οχήματα τύπου M-1097A2 της οικογένειας οχημάτων HMMWV. Το σχετικό συμβόλαιο, ύψους € 8.750.000, για την αγορά των οχημάτων υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2002. Το δικαίωμα προαίρεσης, που προέβλεπε η αρχική σύμβαση για άλλα 54 συστήματα δεν ενεργοποιήθηκε. Για τον εξοπλισμό των ASRAD Hellas αγοράστηκαν από τις ΗΠΑ, στα τέλη του 2000 και έναντι ποσού $ 47.500.000, 432 βλήματα FIM-92C Stinger RMP, τα οποία παρελήφθησαν την περίοδο 2004-2006.

Ως προς τους φορητούς αντιαεροπορικούς εκτοξευτές FIM-92 Stinger, τα πρώτα 1.500 βλήματα, μαζί με 500 εκτοξευτές, αγοράστηκαν από τις ΗΠΑ το 1988 έναντι ποσού $ 124.000.000 (σύμφωνα με ορισμένες πηγές το 1988 αγοράστηκαν 476 εκτοξευτές, μαζί με 1.000 βλήματα FIM-92B POST από τις ΗΠΑ και 1.150 βλήματα FIM-92C RMP από την Ευρώπη, μέγιστου βεληνεκούς 4,8 χιλιομέτρων). Παρελήφθησαν την περίοδο 1989-1994. Το 2001 αγοράστηκαν άλλα 200 βλήματα, τα οποία παρελήφθησαν την περίοδο 2003-2004. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές οι εν υπηρεσία σκανδάλες ανέρχονται σε 631-664, ενώ το απόθεμα βλημάτων ανέρχεται στα 3.572, εκ των οποίων τα 1.000 της έκδοσης FIM-92Β Stinger, 1.150 της έκδοσης FIM-92C RMP και 1.322 της έκδοσης FIM-92E Stinger RMP Block.1. Σε κάθε περίπτωση άλλα 432 βλήματα FIM-92C Stinger RMP αγοράστηκαν, από τις ΗΠΑ, στα τέλη του 2000 για τον εξοπλισμό των ASRAD Hellas.

Στον τομέα των αντιαεροπορικών συστημάτων κατευθυνόμενων βλημάτων πολύ μικρού βεληνεκούς η Τουρκία διαθέτει ένα πυκνό και σύγχρονο δίκτυο με 70 συστήματα Atilgan, 78 συστήματα Zipkin και φορητούς εκτοξευτές βλημάτων FIM-92 Stinger. To συμβόλαιο, ύψους $ 352.000.000, για την προμήθεια 70 Atilgan και 56 Zipkin, υπογράφηκε το Νοέμβριο του 2001. Οι παραδόσεις ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2004 και ολοκληρώθηκαν το Νοέμβριο του 2008. Εντωμεταξύ, το Δεκέμβριο του 2007 υπογράφηκε νέα σύμβαση, ύψους $ 55.000.000, για την προμήθεια άλλων 22 Zipkin, οι παραδόσεις των οποίων ολοκληρώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010 (από τα 78 συστήματα τα 35 υπηρετούν στον Τουρκικό Στρατό, 11 στο Ναυτικό και 32 στην Αεροπορία). To Atilgan προέκυψε κατόπιν της εγκατάστασης του φορέα SVML (Standard Vehicle Mounted Launchers) της Raytheon στο τεθωρακισμένο όχημα M-113A2, ενώ το Zipkin προέκυψε κατόπιν της εγκατάστασης του φορέα SVML στο όχημα Defender-130 της Land Rover (ο φορέας SVML φέρει δύο τετραπλούς εκτοξευτές βλημάτων FIM-92 Stinger στην έκδοση Atilgan και έναν τετραπλό εκτοξευτή στην έκδοση Zipkin). Στον τομέα των φορητών αντιαεροπορικών εκτοξευτών FIM-92 Stinger η Τουρκία διατηρεί σε υπηρεσία περί τους 1.200 εκτοξευτές, εκ των οποίων οι 800 χρησιμοποιούνται από τον Τουρκικό Στρατό, 292 από το Ναυτικό και 108 από την Αεροπορία. Οι βεβαιωμένες παραγγελίες-παραλαβές βλημάτων αφορούν σε 4.882 βλήματα των εκδόσεων FIM-92A/-92C Stinger Basic/Stinger RMP μέγιστου βεληνεκούς 4,8 χιλιομέτρων, τα οποία αγοράστηκαν το 1986 και παραδόθηκαν την περίοδο 1993-2004. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές η Τουρκία προμηθεύτηκε, από τη Σλοβακία, οκτώ εκτοξευτές 9K38 Igla μαζί με 42 ή 48 βλήματα της έκδοσης 9M39 Igla μέγιστου βεληνεκούς 5,2 χιλιομέτρων για λογαριασμό των τουρκικών δυνάμεων κατοχής στην Κύπρο.

Σε εξέλιξη βρίσκεται το πρόγραμμα ανάπτυξης του αντιαεροπορικού συστήματος κατευθυνόμενων βλημάτων HISAR μικρού (HISAR-A) και μέσου (HISAR-O) βεληνεκούς. Το πρόγραμμα αναπτύσσουν από κοινού η Aselsan και η Roketsan. Ο σχετικός διαγωνισμός ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2007 και αφορούσε στην προμήθεια 18 συστημάτων με δικαίωμα προαίρεσης (option) για 27 επιπλέον συστήματα. Το σχετικό συμβόλαιο, ύψους € 556.300.000, υπογράφηκε τον Ιούνιο του 2011. To HISAR-A θα είναι ερπυστριφόρο και θα ενσωματώνει έναν τετραπλό εκτοξευτή κάθετης εκτόξευσης βλημάτων, ένα ραντάρ επιτήρησης αέρος και ένα ηλεκτροπτικό/υπέρυθρο σκοπευτικό σύστημα. Η ενσωμάτωση του εκτοξευτή και των αισθητήρων σε μια κοινή πλατφόρμα επιτρέπει στο HISAR-A να λειτουργεί ανεξάρτητα από την Πυροβολαρχία και χωρίς την ανάγκη Συστήματος Ελέγχου Πυρός. Η μέγιστη εμβέλεια του θα είναι τα 15 χιλιόμετρα, ενώ το μέγιστο ύψος εμπλοκής θα είναι τα 5 χιλιόμετρα. Το HISAR-O θα είναι τροχοφόρο (επί οχήματος Zetros 6 x 6 της Mercedes). Η μέγιστη εμβέλεια του θα είναι τα 25 χιλιόμετρα, ενώ το μέγιστο ύψος εμπλοκής θα είναι τα 10 χιλιόμετρα.
Αντιαεροπορική Άμυνα: Πυροβόλα
Στον τομέα των αντιαεροπορικών πυροβόλων η Ελλάδα διαθέτει σε υπηρεσία εκατοντάδες πυροβόλα, καθώς και το ολοκληρωμένο σύστημα «Βέλος».

Στην κατηγορία του διαμετρήματος των 23mm η Ελλάδα διατηρεί σε υπηρεσία 505 πυροβόλα ZU-23-2 (2 x 23mm), τα οποία παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία και παρελήφθησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η ΕΒΟ (Ελληνική Βιομηχανία Όπλων), σε συνεργασίας με τη βουλγαρική Arsco, ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα αναβάθμισης των πυροβόλων με την εγκατάσταση ηλεκτρικού συστήματος ανύψωσης και περιστροφής, καθώς και με την εγκατάσταση συστήματος ελέγχου πυρός, το οποίο ενσωματώνει ηλεκτροπτικό και σύστημα λέιζερ εντοπισμού και παρακολούθησης εναέριων και επίγειων στόχων. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Στην κατηγορία διαμετρήματος 20mm η Ελλάδα διαθέτει 546 Rh-202 Mk.20 (2 x 20mm) τα οποία παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία και παρελήφθησαν στις αρχές του 1992 (σύμφωνα με ορισμένες πηγές σε υπηρεσία εντάχθηκαν 285 πυροβόλα, εκ των οποίων 150 στα μέσα της δεκαετίας του 1970). Σύμφωνα με ορισμένες πηγές το ΠΝ διατηρεί σε υπηρεσία μικρό αριθμό αντιαεροπορικών πυροβόλων τύπου L/60 (1 x 40mm), ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι τα L/60 έχουν αποσυρθεί και έχουν αντικατασταθεί από Rh-202 Mk.20.
Στον τομέα των αντιαεροπορικών πυροβόλων η Τουρκία διαθέτει σε υπηρεσία εκατοντάδες πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων. Στο διαμέτρημα των 12,7mm η Τουρκία διατηρεί σε υπηρεσία περί τα 160 παλαιά M-45 Quadmount (4 x 12,7mm). Συνολικά η Τουρκία παρέλαβε περί τα 900 συστήματα, αλλά σε υπηρεσία παραμένουν 160 σε διπλό ρόλο (εγγύς αντιαεροπορικής άμυνας και υποστήριξης πυρός). Στο διαμέτρημα των 20mm διατηρούνται σε υπηρεσία 740 πυροβόλα, εκ των οποίων 440 GAI-BO1 (2 x 20mm), τα οποία κατασκευάστηκαν στην Τουρκία κατόπιν αδείας, και 300 Rh-202 Mk.20 (2 x 20mm), τα οποία παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία (σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο συνολικός αριθμός τους ανέρχεται σε 432 πυροβόλα).

Το σημαντικότερο, σε εξέλιξη, πρόγραμμα στον τομέα των αντιαεροπορικών πυροβόλων είναι το Korkut της Aselsan. Το Korkut είναι ένα αυτοκινούμενο δίδυμο αντιαεροπορικό πυροβόλο διαμετρήματος 35mm. Το σχετικό συμβόλαιο, ύψους € 500.000.000, για την προμήθεια 14 ολοκληρωμένων συστημάτων Korkut υπογράφηκε τον Ιούνιο του 2016. Η υλοποίηση του συγκεκριμένου προγράμματος αποφασίστηκε και κατακυρώθηκε στην εταιρία Aselsan το Δεκέμβριο του 2007, ενώ το σχετικό συμβόλαιο σχεδίασης και ανάπτυξης, ύψους $ 120.300.000, υπογράφηκε το Μάρτιο του 2010. Κάθε ολοκληρωμένο σύστημα Korkut περιλαμβάνει ένα σταθμό πρόσκτησης στόχων και ελέγχου πυρός και τρείς μονάδες πυρός με δίδυμα πυροβόλα των 35mm (ικανά για βολή πυρομαχικών AHEAD), επί ερπυστριοφόρων τεθωρακισμένων οχημάτων M-113A1. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες οι συνολικές επιχειρησιακές ανάγκες του Τουρκικού Στρατού ανέρχονται σε 25 ολοκληρωμένα συστήματα (75 πυροβόλα). Τα πρώτα συστήματα αναμένεται να παραδοθούν το 2022.
Τέλος, στο διαμέτρημα των 40mm η Τουρκία διατηρεί σε υπηρεσία 600 πυροβόλα L/60 (1 x 40mm), αν και σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο εν υπηρεσία αριθμός είναι 490 πυροβόλα, 260 πυροβόλα L/70 (1 x 40mm), τα οποία αποτελούν βελτιωμένη έκδοση του L/60 και παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία, 52 πυροβόλα L/70T αναβαθμισμένα με οπτικό σκοπευτικό P-56 και αριθμό αυτοκινούμενων πυροβόλων M-42A1 Duster (2 x 40mm), τα οποία παραχωρήθηκαν από τη Γερμανία το 1979 και παρελήφθησαν την περίοδο 1979-1981. Τα Μ-42A1 Duster θα αντικατασταθούν από τα Korkut. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές 110 M-42A1 Duster βρίσκονται σε αποθήκευση με τα υπόλοιπα 152 να έχουν αποσυρθεί οριστικά από την υπηρεσία.




