Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικής ανάλυσης – αρθρογράφου
Από την Κύπρο του 1974 στη Βεγγάζη του 2026: Η διπλωματία των επιστολών έφτασε στα όριά της, και η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει σχέδιο για την επόμενη μέρα…
Την Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026 η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, με έδρα τη Βεγγάζη, ενέκρινε ομόφωνα το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 και, ταυτόχρονα, ανακάλεσε το ψήφισμα του 2020 που εμπόδιζε την υιοθέτησή του. Αυτό που επί επτά χρόνια η ελληνική κυβέρνηση παρουσίαζε ως το ισχυρότερο διπλωματικό της χαρτί, δηλαδή ότι «το μνημόνιο δεν έχει κυρωθεί από τη λιβυκή Βουλή», κατέρρευσε σε μία συνεδρίαση, λίγες μόλις εβδομάδες αφότου ο Ακίλα Σάλεχ, ο άνθρωπος στον οποίο η Αθήνα είχε στηρίξει τις ελπίδες της, έχασε την προεδρία του λιβυκού κοινοβουλίου.
Νομικά, η κύρωση δεν αλλάζει το Δίκαιο της Θάλασσας· το μνημόνιο παραμένει άκυρο έναντι τρίτων. Πολιτικά και γεωπολιτικά, όμως, αλλάζει σχεδόν τα πάντα. Και το ερώτημα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση δεν είναι αν το μνημόνιο είναι παράνομο, αυτό το γνωρίζουμε όλοι, αλλά τι έκανε επί επτά χρόνια ώστε να μη φτάσουμε εδώ.
Τι ορίζει το μνημόνιο που η Άγκυρα θεωρεί «νομιμότατο»…
Το μνημόνιο υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Νοεμβρίου 2019, τέσσερις μόλις μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον κ. Μητσοτάκη. Χαράσσει μια γραμμή 18,6 ναυτικών μιλίων που ενώνει απευθείας τις ακτές της Τουρκίας με τις ακτές της Λιβύης, στηριγμένη στη θεωρία των «αντικείμενων ακτών». Για να γίνει αυτό, εξαφανίζει την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο, την Κάσο και το Καστελλόριζο, αρνούμενο στα νησιά κάθε δικαίωμα πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Μεγάλο τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας νοτιοανατολικά της Κρήτης «βαφτίζεται» τουρκική και λιβυκή ΑΟΖ. Και μαζί με τη θαλάσσια οριοθέτηση υπογράφηκε και δεύτερο μνημόνιο στρατιωτικής συνεργασίας, που ανοίγει τον δρόμο για τουρκικές στρατιωτικές βάσεις στο λιβυκό έδαφος.
Η Αθήνα αντέδρασε τότε με την απέλαση του Λίβυου πρεσβευτή, Μοχάμεντ Μενφί, και με δηλώσεις. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι ένα: Ισχύει ότι ο κ. Γεραπετρίτης και το Υπουργείο Εξωτερικών είχε προειδοποιηθεί εγκαίρως από την ίδια τη Διπλωματική Υπηρεσία για τον κίνδυνο τουρκολιβυκής σύμπραξης, προ αρκετού καιρού, και ότι η προειδοποίηση αυτή αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία;
Η ιστορία δεν συγχωρεί: Ό,τι δεν υπερασπίζεσαι, το χάνεις…
Όποιος νομίζει ότι η σημερινή κατάσταση είναι προϊόν «ρευστότητας στη Λιβύη» αγνοεί πενήντα χρόνια Ελληνοτουρκικής ιστορίας. Το μοτίβο είναι πάντοτε το ίδιο: Η Τουρκία δημιουργεί τετελεσμένο, η Ελλάδα απαντά με διαμαρτυρία, και ο διεθνής οργανισμός (μόνο) «καταγράφει».
1974, Κύπρος:
Στις 20 Ιουλίου ο τουρκικός στρατός αποβιβάζεται. Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εκδίδει το ψήφισμα 353, που ζητά κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Τον Αύγουστο, την ώρα που διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ο Αττίλας επιτίθεται για δεύτερη φορά και ο τουρκικός στρατός καταλαμβάνει περίπου το 37% του νησιού. Τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984), που καταδίκασαν τη «δήλωση ανεξαρτησίας» στα κατεχόμενα, παραμένουν 40 χρόνια μετά, γράμμα κενό. Ο ΟΗΕ δεν έκανε τότε τίποτα ουσιαστικό και δεν κάνει τίποτα σήμερα. Έτσι η Κύπρος δεν γλίτωσε με ψηφίσματα.
1976-1978, Αιγαίο:
Μετά την κρίση του ερευνητικού «Σισμίκ», η Ελλάδα προσφεύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το Δικαστήριο, τον Δεκέμβριο του 1978, κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία, καθώς η Τουρκία αρνείται να συναινέσει.
Μάθημα πρώτο: H Χάγη δεν λειτουργεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του αντιδίκου.
1982-1995, το Δίκαιο της Θάλασσας:
Η Τουρκία καταψηφίζει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS – 1982 Montego Bay) και δεν την υπογράφει ποτέ. Η Ελλάδα την κυρώνει το 1995. Στις 8 Ιουνίου του ίδιου έτους η τουρκική εθνοσυνέλευση αποφασίζει ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 μίλια θα αποτελεί Casus Belli (Αφορμή Πολέμου). Έκτοτε η Ελλάδα, που ασκεί δικαίωμα που της αναγνωρίζει το άρθρο 3 της Σύμβασης, δεν το ασκεί επί τρεις δεκαετίες, με την απειλή πολέμου να λειτουργεί ως βέτο.
1996, Ίμια:
Η επίσημη Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη «γκρίζα ζώνη» και μια κρίση που άφησε βαθιά ουλή.
2020, Ορούτς Ρέις:
Η Τουρκία στέλνει ερευνητικό σκάφος στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, με πολεμικά πλοία να το συνοδεύουν,, σε κλίμα που το μνημόνιο του 2019 είχε ήδη επιβαρύνει την κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση η απάντηση ήταν ίδια: Ανακοινώσεις, επαφές, «ισχυρές συμμαχίες» και μια ατέρμονη αναμονή.
«Δεν ήταν στο χέρι μας να αποτρέψουμε την κύρωση», δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών. Ένα κράτος που παραδέχεται ότι δεν ήταν στο χέρι του να προστατεύσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα έχει ήδη χάσει τον πρώτο γύρο.
Η κυβέρνηση που έβαλε όλα τα αυγά στο καλάθι του Σάλεχ…
Επί χρόνια, η ελληνική διπλωματία στηριζόταν σε ένα εύθραυστο επιχείρημα εσωτερικής λιβυκής διαδικασίας: ότι το μνημόνιο υπεγράφη από την προσωρινή κυβέρνηση της Τρίπολης και ότι το νόμιμα εκλεγμένο κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης το είχε απορρίψει το 2020. Όταν ο Σάλεχ δήλωνε ότι το μνημόνιο δεν δεσμεύει τη Λιβύη επειδή δεν πέρασε ποτέ από τη Βουλή, η Αθήνα το αποτιμούσε θετικά, ενώ τα δημοσιεύματα για ενδεχόμενη κύρωση «πύκνωναν» ήδη από το καλοκαίρι. Όταν το Τομπρούκ συγκροτούσε επιτροπή για να μελετήσει το μνημόνιο, οι προειδοποιητικές καμπάνες χτυπούσαν. Ήταν σαφές ότι η υπόθεση ήταν θέμα χρόνου και ισορροπιών ισχύος, ισορροπιών στις οποίες η Τουρκία έχει ουσιαστική παρουσία στο πεδίο και η Ελλάδα όχι. Ο ίδιος ο Υπουργός Εξωτερικών, μιλώντας στη Βουλή τον Ιούνιο του 2025, έσπευσε να διευκρινίσει ότι το μνημόνιο δεν είναι άκυρο επειδή δεν κυρώθηκε, αλλά επειδή δεν έχει έρεισμα στο διεθνές δίκαιο. Σωστό νομικά, και ακριβώς γι’ αυτό η ερώτηση γίνεται πιο καυτή: Αν η κυρίαρχη επιχειρηματολογία δεν ήταν το «δεν κυρώθηκε», γιατί η εξωτερική πολιτική της χώρας αφέθηκε επί χρόνια να στηρίζεται στη στάση ενός και μόνο Λίβυου αξιωματούχου; Και τι σχέδιο υπήρχε για την ημέρα που ο άνθρωπος αυτός θα αντικαθίστατο; Τώρα, ο κ. Γεραπετρίτης υποστηρίζει ότι «δεν έχουμε καμία εθνική ήττα» και ότι το μνημόνιο «δεν θα εφαρμοστεί». Αναφέρεται στη διεθνή καταδίκη από την Ε.Ε. και στη στήριξη της Αιγύπτου και της Κύπρου. Αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν είναι πολιτική. Η αντιπολίτευση σχεδόν στο σύνολό της αντέδρασε σφόδρα, ενώ ο πρώην Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς ζήτησε ευθέως την αποπομπή του κ. Γεραπετρίτη. Στο μεταξύ, οι ροές παράνομων μεταναστών από τη Λιβύη στοχεύουν την Κρήτη, και τα σύννεφα πυκνώνουν ακόμη και γύρω από τη Μονή Σινά. Ό,τι αφήνεται αβοήθητο, αμφισβητείται. Η Αθήνα συζητά πλέον, παρασκηνιακά, την πίεση προς τη Βεγγάζη μέσω της διακοπής της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για το μεταναστευτικό, δηλαδή ένα μέσο πίεσης που θα είχε αξία ως αποτροπή μόνο πριν από την κύρωση, όχι μετά.
Οι επιστολές στον ΟΗΕ δεν είναι εθνική στρατηγική…
Η ελληνική διπλωματία έχει μια συγκεκριμένη, και σεβαστή, τεχνική: Τη ρηματική διακοίνωση. Όταν η Λιβύη κατέθεσε τον Δεκέμβριο του 2023 τα 12 ναυτικά μίλια και τη συνορεύουσα ζώνη, με γραμμές βάσης που «κλείνουν» τον Κόλπο της Σύρτης, η Ελλάδα απάντησε με επιστολή στις 17 Ιανουαρίου 2024. Όταν η Λιβύη κατέθεσε τις συντεταγμένες της ΑΟΖ της στις 27 Μαΐου 2025, η απάντηση ήρθε με επιστολή στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. Αυτές οι κινήσεις είναι χρήσιμες, γιατί αποτρέπουν την ερμηνεία της σιωπής ως αποδοχής (acquiescence). Δεν δημιουργούν όμως τίποτα. Πρέπει να το πούμε καθαρά: Ο ΟΗΕ δεν «αποδέχεται» ούτε «απορρίπτει» τίποτα. Η Διεύθυνση Ωκεάνιων Υποθέσεων και Δικαίου της Θάλασσας (DOALOS) λειτουργεί ως αποθετήριο: Πρωτοκολλεί και δημοσιεύει ό,τι κατατεθεί. Η νομιμότητα κρίνεται από τις αντιδράσεις των κρατών ή από διεθνή δικαστήρια, και τα δικαστήρια, όπως είδαμε το 1978, δεν δικάζουν χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου. Η Λιβύη σήμερα κινείται στην ευθεία γραμμή που χάραξε η Άγκυρα· δεν πρόκειται να προσέλθει οικειοθελώς στη Χάγη. Το παράδοξο είναι εκκωφαντικό: Η Λιβύη διαθέτει 12 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα, ενώ η Κρήτη, το μεγαλύτερο ελληνικό νησί και σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Μεσόγειο, εξακολουθεί να έχει 6, όπως ορίστηκαν με τον νόμο 230 του 1936. Η Ελλάδα δεν έχει ανακηρύξει δική της ΑΟΖ, πέραν των μερικών συμφωνιών με την Ιταλία και την Αίγυπτο του 2020. Δεν διαθέτουμε, επομένως, αυτό που δίνει ουσία σε μια νομική θέση: πράξη κυριαρχίας.
Η μόνη λύση: 12 ναυτικά μίλια, τώρα…
Ας είμαστε ακριβείς, γιατί η ακρίβεια είναι η δύναμή μας: Η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι μονομερές και αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας βάσει του άρθρου 3 της UNCLOS. Δεν πρόκειται για «ΑΟΖ 12 μιλίων», έννοια που δεν υπάρχει στο διεθνές δίκαιο. Η ΑΟΖ απαιτεί οριοθέτηση με τα γειτονικά κράτη. Τα χωρικά ύδατα δεν απαιτούν τίποτα πέρα από μια απόφαση της Βουλής. Τι θα σήμαινε η επέκταση ανατολικά και νότια της Κρήτης;
Πρώτον, ότι κάθε τουρκικό ή λιβυκό ερευνητικό σκάφος που θα πλησίαζε θα εισερχόταν πλέον σε ελληνικό έδαφος, όχι σε διεθνή ύδατα, με το πλήρες δικαίωμα της εθνικής άμυνας.
Δεύτερον, ότι θα μεγάλωνε ο χώρος καθαρής ελληνικής κυριαρχίας και ο τουρκολιβυκός χάρτης θα ωθούνταν πιο μακριά.
Τρίτον, ότι θα έπαυε η διαρκής αναδιατύπωση «θα το κάνουμε στον χρόνο και με τον τρόπο που θα επιλέξουμε». Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί: Τον Ιανουάριο του 2021 επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια στο Ιόνιο και η Τουρκία δεν προέβη σε καμία πολεμική ενέργεια. Το casus belli του 1995 αφορά το Αιγαίο. Η Κρήτη βρίσκεται στην ανοιχτή Μεσόγειο. Δεν είναι η μόνη κίνηση που χρειάζεται. Η επέκταση της συμφωνίας με την Αίγυπτο ανατολικότερα, προς τη Ρόδο και το Καστελλόριζο, η συνέχιση των ερευνών νότια της Κρήτης από κοινοπραξίες όπως η ExxonMobil και η πόντιση του καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου είναι όλα αναγκαία. Όλα όμως προϋποθέτουν ότι το κράτος που τα επιχειρεί ασκεί και το ίδιο κυριαρχικά δικαιώματα· διαφορετικά, κάθε έργο γίνεται όμηρος της πρώτης τουρκικής φρεγάτας. Η κύρωση του μνημονίου προσφέρει στην Άγκυρα το πρόσχημα να εμποδίσει το καλώδιο και να στείλει την TPAO νότια της Κρήτης. Χωρίς ισχυρή ελληνική θέση στο πεδίο, αυτά θα συμβούν.
Το δίλημμα, χωρίς άλλοθι…
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι ο δρόμος που ακολουθείται από το 1974: Δηλώσεις, επιστολές, «ισχυρές συμμαχίες» και αναμονή ότι οι άλλοι θα αναλάβουν το κόστος της προστασίας των δικαιωμάτων μας. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της άσκησης της κυριαρχίας που μας αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Ο πρώτος μας οδήγησε από τον Αττίλα στη Βεγγάζη. Ο δεύτερος δεν δοκιμάστηκε ποτέ.
Η Κύπρος δεν γλίτωσε με ψηφίσματα. Η Κρήτη δεν θα γλιτώσει με επιστολές. Ή ασκούμε την κυριαρχία μας, ή άλλοι θα την ασκήσουν στη θέση μας.
Η ιστορία δεν θα ρωτήσει πόσες διακηρύξεις στάλθηκαν. Θα ρωτήσει ποιος είχε στα χέρια του τα 12 μίλια και δεν τα χρησιμοποίησε.
Οψόμεθα




