Σιγὰ‐σιγά, μετὰ τὴν κάρτα καὶ τὴν ταυτότητα, δηλαδὴ τὸ «φακέλωμα», θὰ προχωρήσουν πονηρὰ στὸ σφράγισμα. Μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα θὰ κάνουν ἐκβιασμούς, γιὰ νὰ δέχωνται οἱ ἄνθρωποι τὸ σφράγισμα στὸ μέτωπο ἢ στὸ χέρι.
Θὰ στριμώξουν τὰ πράγματα καὶ θὰ ποῦν: «Μόνο μὲ τὶς κάρτες θὰ κινῆσθε· τὰ χρήματα
θὰ καταργηθοῦν». Θὰ δίνη κανεὶς τὴν κάρτα στὸ κατάστημα καὶ θὰ ψωνίζη, καὶ ὁ καταστηματάρχης θὰ παίρνη τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζα. Ὅποιος δὲν θὰ ἔχη κάρτα, δὲν θὰ μπορῆ οὔτε νὰ πουλάη οὔτε νὰ ἀγοράζη….




