Οι πληροφορίες που γίνονται γνωστές όσο περνάει η ώρα, μειώνουν την αρχική αισιοδοξία ταχείας έναρξης διευθέτησης ενός από τα πιο σοβαρά προβλήματα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αυτό της άμεσης ανάγκης αναβάθμισης των ηλεκτρονικών και δομικής ενίσχυσης των ελληνικών F-16, της ραχοκοκαλιάς δηλαδή του ελληνικού αεροπορικού στόλου, ένα πρόβλημα που καθίσταται ολοένα και πιο πιεστικό, όσο πληροφορίες αναφέρουν ότι τα Mirage 2000 δεν πρόκειται να αναβαθμιστούν και η Αεροπορία θα πορευτεί με τα Mirage 2000-5 έως ότου κι αυτά μας «χαιρετίσουν».
Η αποστολή της LoR (Letter of Request), δηλαδή του επισήμου αιτήματος της ελληνικής πλευράς στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ζητήσει πληροφορίες για το κόστος ενός τέτοιου προγράμματος και της επίσημης – αν και τυπικής – απάντησης εάν η αμερικανική κυβέρνηση δίνει την άδεια στη βιομηχανία της να αναβαθμίσει τον ελληνικό στόλο των αμερικανικής κατασκευής (Lockheed Martin) μαχητικών F-16, σύμφωνα με πληροφορίες έχει ελλείψεις…
Στο έγγραφο δεν περιγράφεται ο αριθμός των μαχητικών τα οποία η ελληνική πλευρά προτίθεται να αναβαθμίσει, κάτι το οποίο συνεπάγεται αδυναμία της αμερικανικής να απαντήσει πιο συγκεκριμένα και με μεγαλύτερη ακρίβεια, υπολογίζοντας κατά προσέγγιση το κόστος του προγράμματος.
Κάτι παρόμοιο φέρεται να ισχύει και για την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την προμήθεια μιας μοίρας του πέμπτης γενιάς «διαδόχου» των F-16, του μαχητικού αεροσκάφους F-35 Lightning II. Δηλαδή, στη LoR δεν προσδιορίζεται ο ορισμός της λέξεως «μοίρα» (squadron), καθώς θεωρητικά τουλάχιστον, μια μοίρα μπορεί να αποτελείται στην πιο «χαλαρή» της μορφή από 16-18 μαχητικά αεροσκάφη και στην πιο ενισχυμένη, να φτάνει και τα 24 μαχητικά.
Όταν όμως ένα μόνο F-35 κοστίζει στην παρούσα φάση γύρω στα 100 εκατομμύρια δολάρια σε κατάσταση «fly away», ακόμα κι αν επιτευχθεί ο στόχος της κατασκευάστριας εταιρίας να περιοριστεί το κόστος γύρω στα 85 εκατομμύρια δολάρια, η απόσταση από τα 18 στα 24 μαχητικά αεροσκάφη μας δίνει μια απόκλιση εκτιμώμενων εσόδων για τον πωλητή της τάξεως του μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Κι όλα αυτά εάν κι εφόσον υποτεθεί πως η χώρα θα έβρισκε άνω του 1,5 δισ. δολαρίων για να προχωρήσει σε προμήθεια νέου μαχητικού αεροσκάφους, έχοντας αντιμετωπίσει το πολιτικό πρόβλημα – εδώ κι αν μιλάμε θεωρητικά… – μιας τέτοιας δαπάνης ενώ αναζητά τα στοιχειώδη για να εξυπηρετήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις αποφεύγοντας μια άτακτη χρεοκοπία.
Στην περίπτωση της αναβάθμισης των F-16 η περίπτωση είναι διαφορετική, καθώς η άρνηση έγκρισης από την πλευρά των πιστωτών ισοδυναμεί θεωρητικά και πρακτικά με προτροπή παράδοσης της χώρας στους αντιπάλους της, ενώ δεν έχει γείτονες πολιτισμένους Ευρωπαίους, αλλά κάποιους άλλους, με διατυπωμένες ξεκάθαρα αναθεωρητικές διαθέσεις.
Μοναδική εναλλακτική νομιμοποίησης τέτοιας απαγόρευσης θα ήταν το να υπάρξει ένα σύμφωνο με το οποίο θα μεταστάθμευε στην ελληνική ηπειρωτική και νησιωτική επικράτεια σημαντικός αριθμός στρατευμάτων και μέσων ευρωπαϊκών με στόχο να λειτουργήσουν ως διαβεβαίωση στην Ελλάδα ότι σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση, καθώς αυτή θα στραφεί και εναντίον ευρωπαϊκών στρατευμάτων, αυτό θα συνεπαγόταν την αυτόματη εμπλοκή του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπεράσπιση των συνόρων της Ελλάδας τα οποία είναι και τα ανατολικά εξωτερικά σύνορα της ΕΕ.
Για να μην παρεξηγηθούμε, ουδείς αναφέρει πως αυτό θα επέλυε επί της ουσίας το αμυντικό πρόβλημα της Ελλάδας για όσους ξέρουν το πλαίσιο εντός του οποίου κινείται και απέχει η πραγματικότητα από την ουτοπία… θεωρητική συζήτηση αποτελεί και αυτό το τονίζουμε, για να καταδείξουμε την ανάγκη να «τρέξει» το πρόγραμμα των F-16.
Αυτό πρέπει να συμβεί, αφού μάλιστα πρώτα συγκληθεί εθνικό συμβούλιο ή εναλλακτικά η Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής, με την ηγεσία του ΓΕΑ να τι θα συμβεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια προσέρχεται για να εξηγήσει με απλά λόγια, μπας και ο πολιτικός μας κόσμος σοβαρευτεί και αντιληφθεί ότι για να «φωνάζουμε» τόσο καιρό ότι τα πράγματα έπαψαν να είναι «αστεία» εδώ και κάμποσο καιρό.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα αντιμετωπίσει τρομακτική δυσκολία να εξηγήσει τι ήταν αυτό που οδήγησε σε κατάσταση αφασίας με πλήρη έλλειψη συναίσθησης της κατάστασης, τον πολιτικό κόσμο της χώρας. Κι εμείς δεν θα βρισκόμαστε εν ζωή να καταθέσουμε αυτά για τα οποία τότε θα μπορούμε να μιλήσουμε…
Η απουσία έστω σεναρίων δράσης, δηλαδή αναζήτηση εκτίμησης κόστους εάν η χώρα αναβαθμίσει x, y, z, αριθμό μαχητικών αεροσκαφών – για να υπάρχει μια βάση συζήτησης – ίσως και να παραπέμπει σε πολιτικό χειρισμό της υπόθεσης, κάτι ενδεχομένως λογικό σε ένα αρρωστημένο πολιτικό περιβάλλον, το οποίο δεν εξαιρεί από την κλοτσοπατινάδα ούτε τον τομέα της εθνικής άμυνας.
Η πλευρά του υπουργείου Εθνικής Άμυνας καλύπτει τα νότα της πολιτικά, υποστηρίζοντας ότι «εμείς προωθήσαμε το θέμα», πετώντας το μπαλάκι στο Μέγαρο Μαξίμου, ενώ παράλληλα καλύπτεται και διπλωματικά η χώρα με μια κίνηση εκδήλωσης πρόθεσης συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ενίσχυσης με κάθε τρόπο των διμερών αμυντικών σχέσεων, ενόψει διαμόρφωσης πολιτικής της νέας κυβέρνησης στις ΗΠΑ για την περιοχή.
Αυτό βέβαια από μόνο του δεν αρκεί, αλλιώς ο Ερντογάν που θέλει 100 F-35 δεν θα άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης του πλεονεκτήματος… Καλά είναι όλα αυτά, μόνο που το πρόβλημα είναι πως για μια ακόμη φορά τα πάντα «σέρνονται» και έχουμε ακόμα μέλλον μπροστά μας έως ότου έρθουν οι Αμερικανοί για να βρουν με το ΓΕΑ άκρη για τις λεπτομέρειες του προγράμματος, να αποφασιστούν όλες οι λεπτομέρειες και να ξεκινήσει.






