Σχέδιο για να γίνει η νέα ελάφρυνση του ελληνικού χρέους σε… δόσεις και υπό προϋποθέσεις πέφτει στο τραπέζι εν όψει των επίσημων συζητήσεων που θα ξεκινήσουν το φθινόπωρο.
Στόχος της διευθέτησης αυτής είναι να υπάρξει ένας μοχλός πίεσης προς την Ελλάδα ώστε να εφαρμόσει τις πολιτικές που έχουν ήδη συμφωνηθεί με την τρόικα αλλά και εκείνες που προβλέπονται για τα επόμενα χρόνια.
Από την πλευρά της Ευρωζώνης, η ρύθμιση θεωρείται απαραίτητη προκειμένου να περιοριστεί το ρίσκο να ξεφύγει από τα συμφωνηθέντα η ελληνική κυβέρνηση την επομένη της αναδιάρθρωσης του χρέους, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρξει τελικά τρίτο δάνειο προς την Ελλάδα και τρίτη δανειακή σύμβαση (μνημόνιο).
Ο σχεδιασμός αυτός συνυπολογίζει και την πιθανότητα κυβερνητικών αλλαγών σε περίπτωση που οι πολιτικές εξελίξεις οδηγήσουν σε κάτι τέτοιο, καθώς αφενός θα δεσμεύει με συγκεκριμένο πρόγραμμα και συγκεκριμένες πολιτικές την όποια νέα κυβέρνηση, ενώ θα ξεκαθαρίζει και προεκλογικά ότι «αυτή είναι η πολιτική και είναι δεδομένη εάν θέλετε να γίνει ελάφρυνση του χρέους».
Ετσι, μελετάται τώρα με ποιον τρόπο μπορεί να εφαρμοστεί η αιρεσιμότητα (conditionality) στη νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ελαφρύνσεις θα γίνουν με βήματα τα οποία θα υλοποιούνται εφόσον η χώρα εμφανίζεται συνεπής απέναντι σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Αυτές θα έχουν να κάνουν με τις πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί για τα επόμενα χρόνια, όπως είναι οι αλλαγές στο Ασφαλιστικό και τα Εργασιακά, η απελευθέρωση αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, η κάλυψη συγκεκριμένων στόχων για τις ιδιωτικοποιήσεις και για την πώληση κρατικής περιουσίας, η μεταρρύθμιση στον δημόσιο τομέα.
Η εφαρμογή της αιρεσιμότητας εξυπηρετεί και έναν άλλο στόχο: δίνει επιχειρήματα στην Ευρωζώνη για να πείσει το ΔΝΤ να αποδεχθεί ότι με την αναδιάρθρωση που θα γίνει το χρέος θα είναι βιώσιμο χωρίς να γίνει κούρεμα, όπως υποστηρίζει μέχρι σήμερα ο διεθνής οργανισμός.
Και τούτο διότι ο σχεδιασμός της Ευρωζώνης προβλέπει ότι η βιωσιμότητα του χρέους πλέον δεν θα υπολογιστεί με βάση το ύψος του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, όπως είχε γίνει το 2012, αλλά βάσει ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης που θα προκύψει μετά την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου.
Για να γίνει αποδεκτό κάτι τέτοιο, το ΔΝΤ θα πρέπει να αλλάξει τα κριτήρια που είχε θεσπίσει κατά την προηγούμενη μελέτη βιωσιμότητας, η οποία είχε θέσει ως στόχο χρέος 124% του ΑΕΠ το 2020 και ουσιαστικά κάτω από 110% του ΑΕΠ το 2022.
Αντί του ΔΝΤ
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τον σημαντικό ρόλο της παρακολούθησης της πορείας των μεταρρυθμίσεων και αναλόγως των προσαρμογών του ελληνικού χρέους θα αναλάβει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), ο οποίος προορίζεται να λειτουργήσει ως ένα είδος Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, καθώς το ΔΝΤ θα απομακρυνθεί σταδιακά από τα ευρωπαϊκά πράγματα. Ετσι, η εποπτεία της ελληνικής οικονομίας θα φύγει από την τρόικα και θα περάσει σε ευρωπαϊκά χέρια. Αλλωστε, ο διευθύνων σύμβουλος του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ έχει επανειλημμένα εκφραστεί ανεπισήμως υπέρ του να αναλάβει πλήρως ο ESM να εξοφλήσει τις χρηματοδοτήσεις που έχει κάνει το ΔΝΤ προς την Ελλάδα και το τελευταίο να απομακρυνθεί εντελώς από το ελληνικό πρόγραμμα, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει συζητηθεί επισήμως προς το παρόν.
Τα μέτρα που εξετάζονται για το χρέος προβλέπουν:
1. Την παράταση των διμερών δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα από τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών (ύψους 53 δισ. ευρώ) από το 2012, καθώς και τη μείωση του επιτοκίου τους.
2. Την παράταση του δανείου που έχει λάβει από το προσωρινό ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης (τον EFSF που έχει ήδη εξελιχθεί σε μόνιμος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας – ESM), ύψους 140 δισ. ευρώ. Στα δάνεια αυτά δεν μπορεί να γίνει μείωση επιτοκίου, καθώς ο ESM χρεώνει στην Ελλάδα το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται ο ίδιος από την αγορά συν τα διαχειριστικά του κόστη. Μια πρόταση που εξετάζεται είναι να μετατραπούν τα επιτόκια σε σταθερά, γεγονός που θα κλείδωνε τα κόστη σε χαμηλό επίπεδο για πολλά χρόνια – αν και θα ανέβαζε λίγο το επιτόκιο του ESM.
Στο πλαίσιο της αιρεσιμότητας, οι διευθετήσεις αυτές θα υλοποιηθούν σταδιακά, για παράδειγμα, μια πρώτη επιμήκυνση, μετά μια δεύτερη, η αλλαγή του επιτοκίου κ.ο.κ. υπό την προϋπόθεση ότι εγκρίνονται οι ακολουθούμενες πολιτικές.
Μελετάται με ποιον τρόπο μπορεί να εφαρμοστεί η αιρεσιμότητα, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ελαφρύνσεις θα γίνουν εφόσον η χώρα είναι συνεπής σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις






