ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

BAS_4 : ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΙΩΝΑΣ & ΝΙΝΕΥΗ

BAS_4. ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ. - 16 Απρ 2022 - 21:16

Δέχθηκα από κάποιον αδελφό κι αρθρογράφο την εξής γενική παρατήρηση :

Όσοι έχουμε ασχοληθεί με τα θέματα Πίστεως, που ΑΣΦΑΛΩΣ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΤΑ ΔΙΕΘΝΩΣ ΤΕΚΤΑΙΝΟΜΕΝΑ (αυτό θα αποδειχθεί περίτρανα με το που θα αρχίσει ο “χορός” του Γ’ΠΠ) έχουμε σχετικά εμπεδώσει έννοιες και καταστάσεις δια μέσου των χρόνων, που ασχολούμαστε και ξεχάσαμε ότι οι έννοιες της Πίστεως διαφέρουν εν πολλοίς από τις κοσμικές και χρειαστήκαμε αρκετό χρόνο να τις εμπεδώσουμε. Μια από αυτές είναι η Μετάνοια. Όλο γράφουμε “απαιτείται μετάνοια” και “απαιτείται μετάνοια” και οι σχετικά τελευταία ασχολούμενοι υπό την πίεση των καταιγιστικών εξελίξεων (άρα υπό μεγάλη ψυχική πίεση) δεν έχουν καταλάβει την σημασία και την απαίτηση μετανοίας, ώστε πιθανόν να εννοούν ότι μετάνοια είναι να πηγαίνεις και να κάνεις υποκλίσεις στις εικόνες ή στον πνευματικό…

Τολμώ να γράψω σε ελεύθερη απόδοση ότι μετάνοια είναι η μετακίνηση του νου (μετά+νους~μετάνοια) στο γεγονός ότι τα πάντα κινούνται από τον Τριαδικό Θεό κι όχι από τον κάθε Bill Gates, Klaus Schwab, Fauci, Biden, Macron ή Μιζοτάκη. Αυτές είναι θλιβερές μαριονέτες, που κάποιες άλλες αφανείς μαριονέτες (οι σιωνιστές, οι διαβολιστές δηλαδή) τις κινούν. Θα αναρωτηθούν οι “νεόφερτοι”, ποιοί κινούν τις αφανείς μαριονέτες; Το αφεντικό τους και ο Τριαδικός Θεός τις ανέχεται (παραχωρεί όπως λέμε) τόσο-όσο να καταλάβουμε σε τι κόσμο ζούμε και να ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ. Δηλαδή να μετακινήσουμε τον νου μας προς τον Τριαδικό Θεό, να ζητήσουμε συγχώρεση, που αποστατήσαμε από Εκείνον και υπακούσαμε τα διαβολικά υποκείμενα και να τον παρακαλέσουμε να διορθώσει τις καταστάσεις αφού και μεις θα αρχίσουμε να βελτιωνόμαστε. Όπως έλεγε ο Όσιος Παϊσιος “όλοι κάνουν τα σχέδιά τους αλλά άθελά τους σπρώχνουν το Σχέδιο του Θεού”. Ας με συγχωρέσουν οι πλέον διαβασμένοι για την απλότητα περιγραφής, αναγνωρίζοντας ότι οι “νιόφερτοι” χρειάζονται απλές κουβέντες για να βοηθηθούν.

Σαν παράδειγμα μεγαλειώδους μετανοίας αναφέρεται η ιστορία του προφήτη Ιωνά και της Νινευή, που την παραθέτω αντιγραμμένη από φυλλάδιο της Ι.Μ.Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής στο υστερόγραφο.

Καλή μετάνοια λοιπόν σε όλους μας ανεξαιρέτως!

BAS_4

ΥΓ-Ας χαμογελάσει πρώτα το χειλάκι μας λίγο >

https://www.brighteon.com/7afb8fcd-63b4-430a-b18d-e2d43b11bda1

ΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΝΙΝΕΥΙΤΕΣ – Όσ.Εφραίμ, ο Σύρος

https://www.imparaklitou.gr/books/fp14.pdf

Φυλλάδιον : Φωνή των Πατέρων Νο14 – Ι.Μ.Παρακλήτου, Ωρωπού Αττικής

Πρόλογος

ΓΝΩΣΤΗ στούς περισσότερους είναι ή ίστορία τού προφήτη Ιωνά : γνωστή καί χαριτωμένη καί διδακτική. Γιά τόν προφήτη, έκτός άπό τό έπεισόδιο πού περιγράφεται στό όμώνυμο βιβλίο τής Παλαιάς Διαθήχης, τίποτε άλλο δέν γνωρίζουμε, παρά μόνο ότι ήταν γιός τού Άμαθεί, από τή φυλή Ζαβουλών, καί έζησε τόν 8ο αί.πΧ. Σύμφωνα μέ τό βιβλίο, ό Ιωνάς παίρνει άπό τό Θεό έντολή νά πάει στή Νινευή, τή μεγάλη πρωτεύουσα του άσσυριακού χράτους, καί νά κηρύξει μετάνοια στούς κατοίχους της. Αύτός όμως δέν ύπακούει, άλλά φεύγει μέ πλοϊο γιά τήν ίσπανική πόλη Θαρσίς (τήν Ταρτησσό τών Έλλήνων). Στή διάρκεια του ταξιδιού σηκώνεται μέ θεία βουλή φοβερή τρικυμία. Οί ναυτικοί, μετά άπό κλήρωση, ρίχνουν σάν ένοχο στή θάλασσα τόν Ιωνά, πού τόν καταπίνει ένα τεράστιο ψάρι. Μέσα στήν κοιλιά του ό προφήτης προσεύχεται τρία μερόνυχτα στό Θεό, ό όποιος προστάζει τό κήτος νά τόν ξεράσει στή στεριά. Μετά άπ’ αύτό ό προφήτης ύπακούει στή θεϊκή έντολή, πηγαίνει στή Νινευή καί άναγγέλλει τήν καταστροφή της, πού άποτρέπεται όμως μέ τή βαθειά μετάνοια τών κατοίκων της. Ό προφήτης λυπάται γιά τή σωτηρία της, άλλά παίρνει τό κατάλληλο δίδαγμα άπό τόν Κύριο.

Στό περιστατικό αύτό είναι άφιερωμένος ένας συγκλονιστικός λόγος τού κατανυκτικότατου όσίου Έφραίμ του Σύρου. Ένας λόγος μέ καυτή έπικαιρότητα, μιά καί όλόχληρη ή άνθρωπότητα ζεϊ σήμερα στήν κατάσταση της Νινευή : Σέ κατάσταση άνταρσίας απέναντι στό Θεό καί τό νόμο Του.

Άλλά ό καρπός της άνταρσίας καί της άμαρτίας είναι ό θάνατος. Στό θάνατο όδηγούσε τότε τόν Ιωνά ή παρακοή του. Στό θάνατο όδηγούσε έπίσης τήν κοσμοκράτειρα Νινευή τό πλήθος τών άμαρτιών της. Στό θάνατο όμως, μέ μεγαλύτερη άπό κάθε άλλη φορά βεβαιότητα, όδηγούμαστε κι έμεις σήμερα. Η γή μας βρίσκεται άντιμέτωπη μέ τίς άπειλές ποικίλων καθολικών καταστροφών, όπως είναι, ένδεικτικά. τό πυρηνικό όλοκαύτωμα καί ή οίκολογική φθορά καταστροφών, πού έχουν ώς χύρια αίτία τή γενική άποστασία μας από τό Θεό.

Άς ξυπνήσουμε όλοι οί σύγχρονοι Νινευϊτες άπό τήν πνευματική μας νάρκη καί άς έτοιμαστούμε. Άς άκούσουμε τή φωνή του Τωνά καί του όσίου Έφραίμ. Γιατί δέν ξέρουμε τή μέρα καί τήν ώρα, πού θά έρθει ό Κύριος νά κάνει τήν κρίση Του καί νά ζητήσει λόγο γιά τά έργα μας. Ό ίδιος μάς προειδοποίησε: «Οί κάτοικοι της Νινευή θ’ άναστηθούν τήν ήμέρα τής Κρίσεως μαζί μέ τή σημερινή γενεά καί θά τήν καταδικάσουν, γιατί έκεϊνοι μετανόησαν μέ τό κήρυγμα τού Τωνά, ένω τώρα τό κήρυγμα της μετάνοιας σας τό κάνω έγώ ό ίδιος, πού είμαι πολύ άνώτερος άπό τόν Ιωνά» (Ματθ.12:41) -καί άλίμονο σ’ έκείνους πού δέν θά τό άκούσουν.

Ιωνάς καί Νινευίτες

«Τους Νινευϊτας, ψυχή, ακήκοας

μετανοούντας Θεώ σάκκω και σποδώ

τούτους ούκ έμιμήσω,

άλλ’ ώφ9ης σκαιοτέρα

πάντων τών προ νόμου

και μετα νόμον έπταικότων»

(Μέγας Κανών, ώδη η’)

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ίωνας, άφου σώθηκε άπό τά δόντια του κήτους καί βγήκε άπό τή θάλασσα, άρχισε νά κηρύσσει στούς κατοίκους τής Νινευή, πού ήταν είδωλολάτρες. Αρχισε νά τούς κηρύσσει μετάνοια, όπως τόν είχε προστάξει ο Θεός. Τούς συμβούλευε νά μετανοήσουν γιατί άλλιώς σέ τρείς μέρες ή μεγάλη πόλη Νινευή θά καταστρεφόταν!

Τό φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τούς Νινευίτες. Κατατρόμαξε τήν κυρίαρχη έκείνη πολιτεία, τή συγκλόνισε άπ’ άκρη σ’ άκρη. Κομμάτιασε τίς καρδιές καί τού λαού καί τών άρχόντων γιατί κατέστρεφε τήν πόλη τους καί κάθε τους έλπίδα. Ακουσαν τήν προφητική φωνή οί βασιλιάδες καί ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν πού πέταξαν τά στέμματά τους καί πόθησαν τή μετάνοια.

Τήν άκουσαν οί άρχοντες, καί θορυβήθηκαν. Εβγαλαν τά λαμπρά φορέματά τους κι έβαλαν τρίχινα καί ταπεινά.

Τήν άκουσαν οί γεροντότεροι, κι έχωσαν άπό συντριβή τά κεφάλια τους μές στή στάχτη.

Τήν άκουσαν οί πλούσιοι, κι άμέσως άνοιξαν τούς θησαυρούς τους στούς φτωχούς.

Τήν άκουσαν οί δανειστές, καί ξέσχισαν άμέσως τά γραμμάτιά τους.

Τήν άκουσαν οί όφειλέτες, κι έτρεξαν νά ξοφλήσουν τά χρέη τους.

Τήν άκουσαν οί κλέφτες, κι έδιναν πίσω βιαστικά τά κλοπιμαία στούς δικαιούχους.

Τήν άκουσαν όμως καί οί δικαιούχοι, καί προσποιούνταν πώς τά κλεμμένα δέν ήτανε δικά τους, άφήνοντάς τα όλα στούς κλέφτες.

Τήν άκουσαν οί φονιάδες, καί έξομολογούνταν τά έγκλήματά τους, καταφρονώντας πιά τό φόβο τών δικαστών.

Τήν άκουσαν όμως καί οί δικαστές, καί τούς συγχώρεσαν γιατί μέσα σ’ έκείνη τήν άπερίγραπτη συγκίνηση κανείς δέν είχε τή δύναμη νά δικάσει.

Τήν άκουσαν οί άμαρτωλοί, καί έξομολογήθηκαν τίς κακές τους πράξεις.

Τήν άκουσαν οί δούλοι, κι έγιναν μέ τό παραπάνω τίμιοι άπέναντι στούς άφέντες τους.

Τήν άκουσαν οί πλούσιοι καί οί έπίσημοι, καί έριξαν τήν έπαρσή τους.

Κοντολογίς, άρχισε ό καθένας νά φροντίζει γιά τή σωτηρία του καί νά παρακαλεί τό Θεό. Δέν ύπήρχε πιά κανείς πού νά θέλει τό κακό του άλλου. “Όλοι τώρα είχαν ένα μονάχα πόθο: Πώς νά κερδίσουν τήν ψυχή τους. Καί όλοι έσπερναν φιλανθρωπία γιά νά θερίσουν τή συγχώρηση!

Ο προφήτης Ιωνάς στάλθηκε σάν γιατρός στή Νινευή. Καί ό γιατρός άνοίγει τίς πληγές καί τίς καθαρίζει μέ φάρμακα στυπτικά. Σάν νυστέρι χρησιμοποίησε τή φοβερή φωνή του. Δέν τούς κάλεσε νά μετανοήσουν. Τούς έκλεισε τελείως τή θύρα τής έλπίδας, γιά νά φοβηθούν καί νά σταματήσουν τά κακά, πού γεννούν τίς ψυχικές άρρώστιες. Γιατί ή χάρη του Θεού δέν έστειλε τόν Ίωνα στήν πόλη γιά νά τήν καταστρέψει, μά γιά νά τή μεταστρέψει.

Ακουσε λοιπόν ή Νινευή τήν προειδοποίησή του, καί μέ νηστείες καί προσευχές έπέστρεψε στό σωστό δρόμο τής ζωής, δείχνοντας πόσα κατορθώνει ή καταφυγή στό Θεό. Γιατί αύτή άλλαξε τήν άπόφασή Του.

Σταμάτησαν τά πολυτελή δείπνα τών άρχόντων… Άλλά τί λέω; Αφού τά βρέφη τους έπαψαν νά θηλάζουν ποιός θά ‘ταν έκείνος πού θ’ άναζητούσε τήν άπόλαυση τών νόστιμων φαγητών; Αφού στά ζώα τους δέν έδιναν νερό, ποιός άπ’ αύτούς θά έπινε κρασί; Άφου ό βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκκο, ποιός θά ντυνόταν μέ πολύτιμη φορεσιά; Αφού έβλεπαν τίς γυναίκες του δρόμου νά σωφρονούν ποιός θά έκανε γάμο ή θά πάντρευε τά παιδιά του; Άφου οί άκατάστατοι συμμαζεύονταν άπό τό φόβο, άπό ποιό στόμα θά ‘βγαινε γέλιο; Αφού όλοι έκλαιγαν καί πενθούσαν ποιός θά διασκέδαζε; Άφου οί κλέφτες αύτοτιμωρούνταν γιά τίς κλοπές τους, πού θά βρισκόταν καταχραστής; Άφου ή πόλη χανόταν, ποιός θά φύλαγε τό σπίτι του;

Τό χρυσάφι ήταν ριγμένο καταγής, καί όλοι τό περιφρονούσαν. Άνοιχτά ήταν τά θησαυροφυλάκια, καί κανείς δέν τά πλησίαζε. Οί άκόλαστοι έκλειναν τά μάτια τους, γιά νά μή δούν μέ πόθο τίς όμορφιές των γυναικών. Καί οί γυναίκες κρύβονταν γιά νά μή σκανδαλίζουν τούς άνδρες.

Ο καθένας κοίταζε νά ώφελήσει τόν διπλανό του καί νά ώφεληθεί κι ό ίδιος, γιά νά σωθούν στό τέλος όλοι. Ό καθένας παρακινούσε τόν άλλο σέ προσευχή καί έξομολόγηση. ‘Ο καθένας πρόσεχε νά μήν άμαρτήσει κανείς τους. “Έτσι όλόκληρη ή πόλη έγινε σάν ένα σώμα. Δέν προσευχόταν έκεϊ κανένας νά σωθεί μονάχος του, άλλά ίκέτευε γιά τή σωτηρία όλων. Γιατί όλοι, σάν ένας άνθρωπος, κινδύνευαν άπ’ τόν άφανισμό καί τήν καταστροφή. Οί δίκαιοι παρακαλούσαν γιά τούς άμαρτωλούς. Καί οί άμαρτωλοί φώναζαν στό Θεό ν’ άκούσει τούς δικαίους.

Συμμάζεψε τό νού σου, άδελφέ μου, καί δές πώς όλοι μαζί ζούσαν μέσα σέ βαρύ πένθος. Τό σπαραξικάρδιο κλάμα τών νηπίων έκανε όλη τήν πόλη νά όδύρεται. Τό ξεφωνητό τών παιδιών ξέσχιζε τίς καρδιές των γονιών. Οί γέροι μαδούσαν τά μαλλιά τους. Κι οί νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν μέ κραυγές. Γιατί όλοι έβλεπαν νά πεθαίνουν μαζί τήν ίδια στιγμή, θάβοντας ό ένας τόν άλλο.

Πρωί καί βράδυ μετρούσαν τίς ήμέρες πού άπόμεναν άπό τήν προθεσμία τού Ιωνά. Αλλη μιά μέρα πέρασε! Έλάχιστες είχαν άκόμα! Πλησίαζε ή καταστροφή!

Τά παιδιά ρωτούσαν τούς πατεράδες μέ δάκρυα : “Πέστε μας, ποιά είν’ ή ώρα πού ό Έβραϊος όρισε νά κατεβούμε όλοι μαζί ζωντανοί στόν άδη; Πότε θ’ άφανιστεί ή ώραία μας πόλη; Ποιά είν’ ή μέρα τής καταστροφής μας;”. Κι οί πατεράδες, μέ κόπο συγκρατώντας τό κλάμα τους, γιά νά μήν άπελπίσουν τά παιδιά τους καί τά στείλουν στόν τάφο μιά ώρα άρχύτερα, τούς έλεγαν παρηγορητικά: “Μή φοβάστε, άγαπημένα μας. “Έχετε θάρρος. Ό Κύριος είναι πολύ φιλάνθρωπος. Δέν θά έξαφανίσει τό πλάσμα Του. Αν ένας ζωγράφος φροντίζει καί συντηρεί μέ κάΘε έπιμέλεια τήν άψυχη είκόνα πού φιλοτεχνεί, δέν θά φυλάξει ό Κύριος τήν έμψυχη καί λογική είκόνα Του; Οχι, δέν θά καταστραφεί ή πόλη μας! Απλά ό προφήτης, μέ τήν άπειλή, μάς καλεί σέ μετάνοια. Έσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο άπό μας; Είδατε τήν ώφέλεια τής φοβέρας; Μέ τήν τιμωρία γίνατε πιό σοφοί καί συνετοί. Σάν πατέρας λοιπόν καί ό φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει τό ραβδί Του, γιά νά φοβίσει καί νά σωφρονίσει τούς γιούς Του. Παιδεύει μά δέν θανατώνει. Συνετίζει καί όδηγεϊ στή μετάνοια. Παρηγορηθείτε, παιδιά, καί σταματήστε νά κλαίτε. Δέν θ’ άφανιστεί ή πόλη μας. “.

Καί νά πού οί Νινευϊτες, παρηγορώντας μέ τέτοια λόγια τά παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς νά τό θέλουν. Έγιναν άληθινοί προφήτες. μετάνοια τούς έκανε προφήτες. Έκείνοι, ώστόσο, δέν τό ήξεραν. Γι’ αύτό καί δέν σταμάτησαν νά κλαίνε καί νά πενθούν. Μέ αύστηρή νηστεία καί μέ άδιάκοπες προσευχές περνούσαν τίς λίγες μέρες τής προθεσμίας ώς τήν καταστροφή, πού τούς είχε άναγγείλει ό προφήτης. Βγήκε ό βασιλιάς άπ’ τό παλάτι του, καί ή πόλη όλόκληρη ζάρωσε άπό τό φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο μέ τρίχινο σάκκο. Είδε κι ό βασιλιάς τήν πόλη βυθισμένη στό θρήνο, καί βούρκωσαν τά μάτια του. Έκλαψε ή πόλη γιά τό βασιλιά, όταν είδε τή συντριβή του. Έκλαψε κι ό βασιλιάς γιά τήν πόλη, όταν είδε τό πένθος της. Κι ήταν τόσο τό κλάμα, τόσος ό όδυρμός του, πού έκανε καί τίς πέτρες νά ραγίζουν.

Αν τώρα παραβάλουμε τή μετάνοια τών Νινευίτων μέ τή δική μας, αύτή μοιάζει μέ όνειρο καί σκιά, πού φεύγει καί χάνεται γρήγορα. Ποιός άπό μας προσευχήθηκε έτσι; Ποιός παρακάλεσε μέ τέτοιο τρόπο; Ποιός ταπεινώθηκε τόσο άφάνταστα ένώπιον του Θεού; Ποιός έβγαλε άπό πάνω του τίς φανερές καί κρυφές του πράξεις; Ποιός, στό άκουσμα μιας άπλής φωνής, μετανόησε τόσο πολύ γιά τίς άμαρτίες του, πού ένιωσε τήν καρδιά του νά ραγίζει άπό τήν πολλή συντριβή; Ποιός άκουσε ένα λόγο καί θόλωσε ό νούς του; Ποιός άκουσε μιάν άπειλή καί στερέωσε μέσα του τή μνήμη του θανάτου; Παιός άντίκρυσε μέ τή μετάνοια μπροστά του τόν φιλάνθρωπο Θεό;

Ολοι μαζί λοιπόν πενθούσαν γιατί όλοι άκουσαν πώς οί μέρες τους τελείωναν μιά γιά πάντα. Ζωντανή κλήθηκε όλη ή πόλη νά κατεβεί στόν άδη!

βασιλιάς συγκέντρωσε τό στρατό του κι άρχισε μέ δάκρυα στά μάτια νά τούς λέει :

«Σέ πόσους πολέμους νίκησα! Καί πόσες φορές δοξαστήκατε κι έσείς μαζί μου, πολεμώντας γενναία έναντίον τών έχθρών! Τώρα όμως δέν έχουμε νά κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά έθνη καί λαούς, μά σέ τούτη τήν περίσταση κινδυνεύουμε νά νικηθούμε άπό έναν άσημο Έβραϊο! Ή βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς καί βασιλιάδες, καί τώρα ή φωνή αύτου τού άσήμαντου άνθρώπου μας προξενεί τόση φρίκη! Έμείς έρημώσαμε τόσες πόλεις, καί τώρα μέσα στή δική μας πόλη κυριαρχεί ένας ξένος! Η Νινευή, ή μάνα τών γιγάντων έπεσε σέ τέτοια ταραχή μέσα στά ίδια της τά τείχη άπό τήν παρουσία ενός Έβραίου! Στήν οίκουμένη όλόκληρη βρυχιόταν ή φοβερή λέαινα, ή Νινευή. Καί τώρα ένας Ιωνάς βρυχιέται έναντίον της!

»Ας μήν άδρανήσουμε, φίλοι μου, στή δύσκολη αύτή στιγμή, ούτε καί νά χαθούμε σάν άνανδραι καί δειλοί. Γιατί όποιος ύπομένει μέ άνδρεία τόν πειρασμό, κερδίζει δυό πράγματα: Καί όσο ζεϊ δοξάζεται, καί άφου πεθάνει έπαινείται σάν άνδρείος καί γενναϊος άθλητής. Ας δυναμώσουμε λοιπόν καί άς άντισταθούμε γενναία. Ας άγωνιστούμε μ’ όλη μας τή δύναμη. Έτσι, κι άν δέν νικήσουμε, άς πεθάνουμε ήρωικά, άφήνοντας πίσω μας δοξασμένο όνομα.

»Έχουμε άκούσει, πώς ή δικαιοκρισία του Θεού άπειλεί τούς κακούς καί τούς όδηγεί σέ συναίσθηση, ένω ή φιλανθρωπία Του χαρίζει σωτηρία. Ας φοβηθούμε λοιπόν τή δικαιοκρισία Του καί άς αύξήσουμε τήν εύσπλαχνία Του. Αν έξιλεωθεί ή δικαιοκρισία του Θεού, τό πλήθος τών οίκτιρμών Του θά είναι μαζί μας.

»Ας μήν καταφρονήσουμε τόν Ιωνά. Ας μήν παρακολουθούμε τό κήρυγμά του έπιπόλαια. Μπροστά σέ όλους τόν ρώτησα έπανειλημμένα, γιά νά δοκιμαστούν τά λόγια του. Τόν κολάκεψα, μά δέν τόν έπεισα. Τόν φοβέρισα, μά δέν τόν έκανα νά δειλιάσει. Του πρόσφερα πλούτη, άλλά μέ περιγέλασε. Τόν άπείλησα μέ τό σπαθί, καί τό είρωνεύτηκε. Ούτε οί άπειλές ούτε τά δώρα χαλάρωσαν τό φρόνημά του.

»Ο λόγος του έγινε γιά μας καθρέφτης. Είδαμε νά κατοικεί μέσα του ό Θεός καί ν’ άπειλεί τίς πονηρές πράξεις μας. Ήρθε σε μας σάν ένας εύσυνείδητος γιατρός, πού λέει πάντα στόν άρρωστο τήν άλήθεια. Δέν διστάζει νά πεί ότι χρειάζεται χειρουργική έπέμβαση.

»Ποιός θά μπορούσε νά χαρακτηρίσει ψεύτη αύτόν πού προφητεύει συμφορά; Αν ήταν ψεύτης, θά μας μιλούσε διπλωματικά καί μέ έπιφανειακή εύγένεια. Αν διαλαλούσε πώς θά έχουμε νίκες καί είρήνη, τότε θά τόν ύποπτευόμασταν σάν κάποιον αίσχροκερδή, πού προφητεύει δήθεν καλά γιά μας, άποβλέποντας σέ δώρα καί άπολαυές. Αύτός έδα όμως ούτε λίγο ψωμάκι δέν δέχεται άπό τά χέρια μας. Νηστεύει καί προσεύχεται. Ισως φιλοδοξεϊ νά καταστραφεί ή πόλη μας, γιά νά μή διαψευσθεί τό κήρυγμά του. λοιπόν κι έμείς μέ νηστεία καί προσευχή άς του έναντιωθούμε, γιατί δέν είν’ έκείνος πού άμάρτησε, άλλά εμείς.

»Τήν πόλη μας, φίλοι μου, δέν τήν καταστρέφει ό προφήτης. Τήν καταστρέφουν τά άνομα έργα μας. Έχθρός μας δέν είν’ ό Ιωνάς. Έχουμε άλλον έχθρό, άόρατο, πανούργο. Μ’ αύτόν πρέπει νά πολεμήσουμε γενναία. Εχουμε άκούσει γιά τ’ άγωνίσματα του δίκαιου Ιώβ. Γνωστή είναι ή δοκιμασία του, πού κήρυξε σάν σάλπιγγα σ’ όλη τήν οίκουμένη τή νίκη του έναντίον του διαβόλου. Αν λοιπόν ό διάβολος πολεμάει τόσο σκληρά τούς δικαίους, πόσο θά πολεμήσει άραγε έμας, τούς άμαρτωλούς;

»Εμείς νικήσαμε βασιλιάδες στόν πόλεμο. Ας νικήσουμε τώρα τό σατανά μέ τή μετάνοιά μας. Έμπρός, άς άναμετρηθούμε μαζί του! Βγάλτε τούς θώρακες καί βάλτε σάκκους τρίχινους! Πετάξτε τά τόξα καί τρέξτε στίς προσευχές! Αφήστε τά σπαθιά κι άρπάξτε τήν πίστη! Σπάστε τά βέλη καί πιάστε τή νηστεία!…

»Αν νικήσουμε τό σατανά, θά είν’ ή νίκη μας ή μεγαλύτερη άπ’ όλες μέχρι τώρα. Καί όπως έμπαινα έγώ πρώτος στούς άλλους πολέμους, έτσι καί σέ τούτον τώρα μπαίνω πρώτος».

Μ’ αύτά τά λόγια, πέταξαν τούς χιτώνες τους οι στρατιωτικοί κι έβαλαν σάκκους, όπως ό βασιλιάς. Κι ήταν ντυμένοι όλοι τώρα ταπεινά, αύτοί πού πάντα ήταν λαμπροφορεμένοι.

Σκόρπισε κήρυκες ό βασιλιάς, πού καλούσαν όλη τήν πόλη σέ μετάνοια, φωνάζοντας : “Νά έγκαταλείψει ό καθένας τήν κακία του, γιά νά μήν πληγωθεί καί σκοτωθεί σ’ αύτόν τόν πόλεμο. Ό άρπαγας νά έπιστρέψει αύτά πού άρπαξε. άσωτος νά σωφρονιστεϊ. Ό όργίλος νά γίνει πράος. Κανένας νά μή μνησικακεί. Κανένας νά μήν καταριέται. Κανένας νά μήν κακοκαρδίζει ούτε νά κακολογεί τόν άλλον. Αν έμείς συγχωρέσουμε τά σφάλματα τών συνανθρώτων μας, τότε καί ό Θεός θά συγχωρέσει τά δικά μας σφάλματα. Έμπρός λοιπόν άς όπλιστούμε μέ νηστείες καί προσευχές κι άς άγωνιστούμε όλοι μαζί μέ άνδρεία καί γενναιότητα γιά τή σωτηρία μας”.

Μέ τό διάγγελμα αύτό ό βασιλιάς έφερε στό λαό του τήν άγάπη, τήν πίστη καί τήν έλπίδα, πού έχουν πολλή δύναμη καί προσφέρουν άνακούφιση καί χαρά.

Έτσι ό γιός του γενναίου γίγαντα Νεβρώδ έγκατέλειψε τά κυνήγια καί, άντί γι’ άγρια ζώα, άρχισε νά κυνηγάει καί νά χτυπάει τά πάθη του. Άντί γιά άγρίμια, έσφαξε τίς αίσχρές άμαρτίες. Αφήνοντας τά έξω θηρία, πολεμούσε τήν πονηρία πού είχε μέσα του. Κατεβαίνοντας άπό τό καταστόλιστο άρμα του, τριγυρνούσε μέ τά πόδια στήν πόλη καί καλούσε όλους σέ μετάνοια. Άπ’ άκρη σ’ άκρη διέσχιζε τή Νινευή καί πάσχιζε νά τήν καθαρίσει άπ’ τή βρωμιά τής άμαρτίας.

Βλέπει ό Ιωνάς αύτή τήν άπίστευτη μετάνοια καί τά χάνει. Θαυμάζει τούς Νινευϊτες καί ταυτόχρονα πενθεί γιά τούς Ισραηλίτες. Είδε τούς άπογόνους τής Χαναάν νά δικαιώνονται μέ τήν πίστη, καί τούς άπογόνους τού Αβραάμ νά έχουν προδώσει τό Θεό. Είδε τή Νινευή νά μετανοεί πικρά, καί τή Σιών νά πορνεύει μέ μανία. Είδε άμαρτωλές τής Νινευή νά σωφρονούν καί θυγατέρες του Ιακώβ νά άσωτεύουν. Είδε στή Νινευή ψεύτες νά κηρύσσουν τήν άλήθεια, καί στή Σιών ψευδοπροφήτες νά παρασύρουν μέ δόλο τό λαό στήν είδωλολατρία. Στή Νινευή τά είδωλα γκρεμίστηκαν στά φανερά, ένώ στήν Ιερουσαλήμ λατρεύονταν στά κρυφά. Ή Νινευή έγινε ναός καί έκκλησία του Θεού, ένω τών Ιεροσολύμων ό ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών.

Βλέπει ό Ίωνας τούς Νινευϊτες νά είνια πιό μυαλωμένοι καί θεοσεβείς. Κι ένω ό ίδιος μέ τήν άπειλή του τούς έκοβε τήν έλπίδα, ή νηστεία τους τήν πολλαπλασίαζε καί τούς ύποσχόταν ζωή. Βλέπει ό προφήτης τή μετάνοια καί φοβάται μήπως βγεί ψεύτικο τό κήρυγμά του. Αύτός μετράει τίς μέρες καί τίς νύχτες ώς τήν καταστροφή, ένώ οί Νινευϊτες μετρούν τίς άμαρτίες τους. Στέκονται στό στόμα του θανάτου καί τρέμοντας χτυπούν τίς πύλες του άδη, περιμένοντας τή δίκαιη όργή του Θεού, μά δέν παύουν νά έλπίζουν καί στό άπειρο έλεός Του. Αίσθάνονται πώς ό Θεός είναι πολυέλεος καί δείχνει τήν άγάπη καί τήν εύσπλαχνία Του σ’ όσους μετανοούν. Νιώθουν πώς ό προφήτης είναι σκληρός, ένω ό Θεός φιλάνθρωπος. Γι’ αύτό άφήνουν τόν σκληρό καί καταφεύγουν στόν Εύσπλαχνο. Σ’ Έκείνον πού σηκώνει τό ραβδί Του γιά νά φοβερίσει καί όχι γιά νά συντρίψει, γιά νά παιδαγωγήσει καί όχι γιά νά θανατώσει.

Συνέχεια λοιπόν νήστευαν καί άδιάκοπα παρακαλούσαν. Δέν στέγνωσαν τά μάτια τους άπ’ τής μεταμέλειας τά δάκρυα. Δέν κουράστηκε ή γλώσσα τους νά έκλιπαρεί τό θείο έλεος. Μέ τή μετάνοια έδεσαν τή νηστεία καί μέ τή νηστεία τήν καθαρότητα καί τή σωφροσύνη.

Όταν ή χάρη του Θεού είδε αύτά τά πράγματα, σπλαχνίστηκε τούς Νινευίτες κι έστειλε πάνω τους τή δροσιά τής ζωής καί τής συμπάθειάς Του. Γιατί ό Κύριος, ώς φιλάνθρωπος καί άγαθός καί μακρόθυμος πού είναι, δέν θέλει τό θάνατο του άμαρτωλού, άλλά τήν έπιστροφή καί τή μετάνοια καί τή σωτηρία του.

Έφτασε όμως καί ή μέρα τής γενικής καταστροφής τους. Καί γέμισε κλάματα ή πολιτεία. Τό χώμα τής γής άπό τήν πλημμύρα τών δακρύων είχε γίνει σάν πλίθρα.

Σήκωσαν οί πατεράδες τά παιδιά τους, γιά νά θρηνήσουν μαζί τόν πικρό τους θάνατο. Γέροντες καί γερόντισσες πήγαν νά κλάψουν στούς τάφους, όπου κανένας δέν ύπήρχε ούτε γιά νά θάψει ούτε γιά νά θαφτεί. Οί θρηνητικές κραυγές όλων ύψώθηκαν ώς τούς ούρανούς. ένας ρωτούσε τόν άλλο μέ άγωνία: “Ποιά νά ‘ναι ή ώρα, πού όρισε ό Θεός νά κατεβούμε όλοι μαζί στόν άδη; Μέ ποιό τρόπο θά έρθει ό θάνατος;…”.

Κόντευε νά βραδιάσει. Στάθηκαν οί Νινευίτες στη θέση του θανάτου καί, κρατώντας ό ένας τό χέρι τού άλλου, θρηνούσαν όλοι γιά όλους.

Αναρωτιόντουσαν σέ ποιά στιγμή θ’ άκουγόταν ή φωνή του έξολοθρεμού τους. Νόμιζαν πώς τό βράδυ θά καταστρεφόταν ή πόλη. Περίεργο, όμως! Έφτασε τό βράδυ, καί δέν είχαν πάθει τίποτα. “Υστερα νόμισαν ότι τή νύχτα θά παραδοθούν στό χάος. Μά καί ή νύχτα πέρασε, καί πάλι τίποτα! Περίμεναν τέλος, πώς θά χαθούν έξάπαντος τό πρωί. Νά, όμως, πού τό πρωί ήρθε, καί τό κακό δέν έγινε!…

Ε, τώρα πιά όλα άλλαξαν! Τήν ώρα πού νόμιζαν πώς δέν θά ύπάρχουν ή έλπίδα τους έγινε βεβαιότητα καί ή βεβαιότητα χαρά. άτμόσφαιρα, άπό σκυθρωπή, έγινε λαμπρή καί γιορταστική. “Όλοι μαζί, μέ συγγενείς καί φίλους, δέν ήξεραν πώς νά έκφράσουν τή χαρά τους, πώς νά δοξάσουν τό Θεό, πού τούς έλέησε, πού δέχτηκε τή μετάνοιά τους.

Ό Ιωνάς στεκόταν καί παρακολουθούσε άπό μακριά, γεμάτος φόβο μήν άποδειχθεί ψεύτης. Μά ή προσδοκία του δέν πραγματοποιήθηκε. Γιατί ό άγαθός Θεός, βλέποντας τά δάκρυα τής μετάνοιας τών Νινευϊτών τούς σπλαχνίστηκε καί ξαναζωντάνεψε τή νεκρή πόλη. Γιατί, άν καί δέν είχαν πεθάνει, όμως, μέ τό νά περιμένουν έναν τόσο σύντομο καί κακό θάνατο, είχαν γίνει σάν νεκροί.

Τώρα τούς ζωοποίησαν ή έλπίδα κι ή χαρά, γιατί είδαν τή θεϊκή όργή νά έχει μεταβληθεί σέ έλεος. Γονάτισαν λοιπόν σέ προσευχή καί, μέ τά χέρια ύψωμένα στόν ούρανό, εύχαριστούσαν τό Θεό, πού τούς έσωσε άπροσδόκητα άπό τό θάνατο καί μέ τήν εύσπλαχνία Του τούς χάρισε τή ζωή.

Ο Ιωνάς όμως, βλέποντας ότι, μέ τό νά σωθούν οί Νινευίτες, βγήκε ψεύτης, ήταν ύπερβολικά λυπημένος. Οταν τόν είδαν σ’ αύτή τήν κατάσταση, άρχισαν νά τόν καλοπιάνουν καί νά τού λένε: “Μή λυπάσαι, Ίωνά. Νά χαίρεσαι, γιατί έξαιτίας σου βρήκαμε καινούργια ζωή. Έξαιτίας σου γνωρίσαμε τό Θεό, τόν πλάστη καί δημιουργό μας. Μή φοβάσαι, δέν φάνηκες ψεύτης, γιατί καταστράφηκε ή κακία μας καί οίκοδομήθηκε ή πίστη μας. Μέ τήν ύπόδειξή σου βρήκαμε τή μετάνοια καί άπολαύσαμε ό,τι χρειαζόταν γιά τή σωτηρία μας άπό τούς θησαυρούς τής εύσπλαχνίας του Θεού. Πές μας, Ιωνά, τί θά ώφελούσε άν είχε καταστραφεί ή πόλη μας; Αν είχαμε πεθάνει όλοι; Τί είχες νά κερδίσεις, γιέ τού Αμαθεί, άν μας είχε καταπιεί όλους ό άδης; Λυπάσαι έσύ, πού μας θεράπευσες άπό τά κακά; Έμείς σ’ εύχαριστούμε μάλλον ώς εύεργέτη. Γιατί λοιπόν άναστενάζεις; Έπειδή κοπίασες γιά νά έρθει ή πόλη όχι στήν καταστροφή, άλλά στή θεογνωσία; Καί γιατί πενθείς; Έπειδή σωθήκαμε μέ τή μετάνοια; Μά έσύ τάρα έχεις στεφανωθεί. Καί αύτό πρέπει νά σέ γεμίζει χαρά. Χαροποίησες τούς άγγέλους στά έπουράνια. Πρέπει νά χαρείς κι έσύ στή γή, άφου κι ό ίδιος ό Θεός χαίρεται τώρα γιά μας.

*

Ας δοξάσουμε κι έμείς τό Θεό, πού μάς παρέχει παράδειγμα μετάνοιας καί άρραβώνα σωτηρίας μέσω τών Νινευϊτών. Γιατί όπως έσωσε τότε έκείνους μέ τόν Ίωνα, έτσι τώρα καί πάντοτε σώζει τό λαό Του μέ τόν Του τόν μονογενή καί καταργεί τόν ίσραηλιτικό λαό, τήν άκαρπη συκιά, πού έμποδίζει τά έθνη νά σώζονται άπό τούς καρπούς τής μετάνοιας στό όνομα του Κυρίου μας ‘Ιησού Χριστού, στόν όποϊο άνήκει ή δόξα καί ή δύναμη, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιο Πνεύμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αίώνες τών αίώνων. Αμήν.

Loading...

Στείλε μας το άρθρο σου

Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο “Triklopodia.gr”, μπορεί να μας ενημερώσει, στο “triklopodia@hotmail.gr” ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.

Στην Τρικλοποδιά ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr