ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

ΠΑΝΑΝΔΡΟΣ ΕΛΛΗΝ : ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ – ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝΟΠΛΗ ΑΜΥΝΑ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ. ΠΑΝΑΝΔΡΟΣ ΕΛΛΗΝ. - 4 Ιούν 2018 - 10:19
Loading...

Ροή ειδήσεων σε μορφή blog



Θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω τον μοναχό Μωυσή εκ Πρεβέζης για το καταπληκτικό και εξαιρετικά επίκαιρο άρθρο του  ‘’ΞΥΠΝΑ ΡΑΓΙΑ – ΜΩΥΣΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΚ ΠΡΕΒΕΖΗΣ’’.

Νοιώθω την ανάγκη να υπενθυμίσω σε όλους τους δειλούς,  πλανεμένους από την προπαγάνδα της μασονίας,  ρουφιάνους εξ επαγγέλματος,  λαμόγια εκ πεποιθήσεως,  τζαμπατζήδες ψευτοχριστιανους,  προσκυνημένα γίδια της Νέας Τάξης Πραγμάτων κλπ ότι ουδέποτε η ένοπλη και

αιματηρή υπεράσπιση της χώρας, της θρησκείας, της οικογενείας κλπ αντιβαίνει στο χριστιανισμό.

Λυπάμαι αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο …. Επίσης τους υπενθυμίζω ότι ο χριστιανισμός έχει δεκάδες αγίους, και μάλιστα μεγάλους και σημαντικούς, που ήταν στρατιωτικοί και μαλιστα μάχιμοι……

Αφού το παίζουν λοιπόν χριστιανοί, ας κοιτάξουν καλά τις εικόνες μέσα στις εκκλησιές μας αρχίζοντας να μετρούν σπαθιά και κοντάρια μεγάλων και δοξασμένων στρατιωτικών αγίων…. Ας αφήσουν λοιπόν τα παραμύθια περί ‘’ορθόδοξης πίστης’’ και καλύτερα να ομολογήσουν σε συγγενείς και φίλους ότι είναι ανάξιοι να λέγονται έλληνες και χριστιανοί.

Τονίζω ακόμη ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος που να θέλει να λέγεται πραγματικός Έλληνας και χριστιανός χωρίς να είναι λεβέντης. Και κάποιος που δεν είναι ευπατρίδης δεν μπορεί να είναι ούτε λεβέντης αλλά ούτε και Έλληνας. Γιατί σίγουρα ΔΕΝ είναι ευπατρίδης κάποιος που αρνείται να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της πατρίδας του. Κι αυτό δεν γίνεται ούτε με γαρίφαλα ούτε με κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Γίνεται μόνο ένοπλα και ενέχει το ρίσκο του θανάτου…… Και ο Έλληνας και χριστιανός ΔΕΝ φοβάται το θάνατο! Ας ψάξει λοιπόν να βρει τι είναι…

Σας παραθέτω λοιπόν μερικά άρθρα από κατεξοχήν αρμόδιους να μιλήσουν γύρω από το σχέση χριστιανισμού και ένοπλης – αιματηρής υπεράσπισης του πιστού έναντι των εχθρών του Χριστού και της πατρίδας του:

Ἐρώτηση: Πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦν οἱ χριστιανοὶ σὲ καιρὸ πολέμου; …

Ἐρώτηση:

Σεβαστοὶ πατέρες χαίρετε!

Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦν οἱ χριστιανοὶ σὲ καιρὸ πολέμου. Παίρνουν ὅπλα καὶ σκοτώνουν προκειμένου νὰ ἀγωνιστοῦν ὑπὲρ τῆς πίστεως τῆς πατρίδος καὶ τῆς οἰκογένειάς τους ἢ μήπως ἁπλὰ προσεύχονται καὶ δέχονται ἀκόμα καὶ τὴν ἀφαίρεση τῆς ζωῆς τους ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς προκείμενου νὰ μὴν σκοτώσουν ;

Δὲν θὰ ἤθελα προσωπικὴ ἄποψη ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ νὰ βασίζεται σὲ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου , σᾶς παρακαλῶ. Εὐχαριστῶ θερμά!

Ἀπάντηση:

Τὸ πρῶτο παράδειγμα στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας βρίσκεται στὴ θεόπνευστη καί ἀποδεκτή ἀπό τήν Ἐκκλησία μας Παλαιὰ Διαθήκη (Γένεση,κεφ. 14), ὅταν ὁ ἀνηψιὸς τοῦ Ἀβραὰμ, ὁ Λὼτ, ἀπήχθη ἀπὸ τὸν Χοδολλογομέρ, βασιλιὰ τῆς Αἰλάμ, καὶ τοὺς συμμάχους του. Ὁ Ἀβραὰμ ἔσπευσε σὲ βοήθεια τοῦ Λὼτ συγκεντρώνοντας 318 ἐκπαιδευμένους ἄντρες ἀπὸ τοὺς δούλους του καὶ νίκησε τὶς ξένες δυνάμεις.

Ἀργότερα στὴν ἱστορία, τὸ ἔθνος τοῦ Ἰσραὴλ ἀνέπτυξε μόνιμο στρατό. Ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν ὁ Πολεμιστὴς ποὺ προστάτευε τὸ λαὸ Του ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ στρατιωτική τους δύναμη ἴσως ἦταν ἕνας λόγος ποὺ ὁ Ἰσραὴλ ἦταν ἀργὸς στὸ νὰ συγκεντρώνει στρατό. Ἡ συγκέντρωση ἑνὸς μονίμου κανονικοῦ στρατοῦ στὸ Ἰσραὴλ ἦρθε μόνο ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς δυνατοῦ πολιτικοῦ συστήματος ἀπὸ τὸν Σαούλ, τὸ Δαβὶδ καὶ τὸν Σολομώντα. Ὁ Σαοὺλ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ εἶχε μόνιμο στρατὸ (Α’ Σαμουὴλ 13:2, 24:2, 26:2). Ὡστόσο, ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζεται μὲ τροφὴ καὶ ἄλλες προμήθειες ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν στρατιωτῶν (Α’ Σαμουὴλ 17:17-19).

Αὐτὸ ποὺ ἄρχισε ὁ Σαούλ, τὸ συνέχισε ὁ Δαβίδ. Αὔξησε τὸ στρατό, ἔφερε μισθωτοὺς στρατιῶτες ἀπὸ ἄλλες περιοχὲς ποὺ τοῦ ἦταν πιστοὶ (Β’ Σαμουὴλ 15:19-22), καὶ ἀνέθεσε τὴν ἡγεσία τοῦ στρατοῦ του σὲ ἀρχιστράτηγο (τὸν Ἰωάβ). Κάτω ἀπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Δαβὶδ τὸ Ἰσραὴλ ἔγινε πιὸ ἐπιθετικὸ στὴ στρατιωτικὴ πολιτική του, ἀπορροφώντας τὶς γειτονικὲς χῶρες ὅπως τοὺς Ἀμμωνίτες (Β’ Σαμουὴλ 11:1, Α’ Χρονικῶν 20:1-3). Ὁ Δαβὶδ ἵδρυσε ἕνα σύστημα μὲ ἐναλλασσόμενους στρατιῶτες σέ 12 ὁμάδες 24 ἀντρῶν ποὺ ὑπηρετοῦσαν ἕνα μήνα τὸ χρόνο (Α’ Χρονικῶν 27). Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ βασιλεία τοῦ Σολομώντα ἦταν εἰρηνική, αὐτὸς ἐπέκτεινε ἀκόμα περισσότερο τὸ στρατό του, προσθέτοντας ἅρματα καὶ ἁρματηλάτες (Α’ Βασιλέων 10:26). Ὁ μόνιμος στρατὸς συνέχιζε (παρ’ ὅλη τή διαίρεση τοῦ βασιλείου μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Σολομώντα) ἕως τὸ 586 π.Χ., ὅταν ὁ Ἰσραὴλ ἔπαψε νὰ ὑπάρχει σὰν πολιτικὴ ὀντότητα.

Στήν Καινή Διαθήκη μπορεῖ ἀπό τή μιά νά διδάσκει ὁ Χριστός «ὅποιος σέ ραπίσει στό δεξί μάγουλο, στρέψε σ᾿ αὐτόν καί τό ἄλλο», ἀλλά ὅταν ὁ Ἴδιος ραπίσθηκε στό δικαστήριο ἀπό ἕναν δοῦλο, ζήτησε τό δίκαιό Του, χωρίς νά γυρίσει ἀπό τήν ἄλλη μεριά. Δηλαδή ὁ Χριστιανός δέν εἶναι καρπαζοεισπράκτορας ἀλλά πάντα πρέπει νά διακρίνει τήν κάθε περίπτωση καί ὅποτε χρειάζεται νά ἀντιδρᾶ εἴτε μέ τό λόγο εἴτε μέ τήν πράξη.

Ἀπό τή μιά μᾶς συμβουλεύει ὁ Χριστός «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν», ἀπό τήν ἄλλη ὅμως δέν κατηγορεῖται μέσα στό Εὐαγγέλιο πουθενά τό ἐπάγγελμα τοῦ στρατιωτικοῦ, πού κατ᾿ ἐξοχήν ἔχει νά ἀντιμετωπίσει ἐχθρούς· ἀντιθέτως στό κατά Λουκᾶ 3:14 ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής συμβουλεύει τούς στρατιωτικούς νά μή συκοφαντοῦν, νά μήν ἐκβιάζουν, νά ἀρκοῦνται στό μισθό τους.

Ὁ Ἰησοῦς ἐπίσης θαύμασε ὅταν ἕνας Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος (ἀξιωματικὸς ἐπικεφαλῆς ἑκατὸ στρατιωτῶν) Τὸν πλησίασε. Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἑκατόνταρχου στὸν Ἰησοῦ δήλωνε τὴν κατανόησή του γιὰ τὴν ἐξουσία, καθὼς καὶ τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ (Κατὰ Ματθαῖον 8:5-13). Ὁ Ἰησοῦς δὲν κατήγγειλε τὸ ἐπάγγελμά του! Πολλοὶ ἑκατόνταρχοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν Καινὴ Διαθήκη ἐπαινοῦνται σὰν Χριστιανοί, Θεοφοβούμενοι, καὶ ἄντρες καλοῦ χαρακτήρα (Κατὰ Ματθαῖον 8:5,8,13, 27:54, Κατὰ Μάρκον 15:39,44-45, Κατὰ Λουκᾶ 7:2,6, 23:47, Πράξεις 10:1,22, 21:32, 22:25-26, 23:17,23, 24:23, 27:1,6,11,31,43, 28:16).

Μήν ξεχνᾶμε ἐπίσης καί τούς κατ᾿ ἐξοχήν ἁγίους στρατιωτικούς-πρότυπα ἅγιο Γεώργιο καί ἅγιο Δημήτριο.

Ἀπό τή μιά γνωρίζουμε πώς ὁ Χριστιανός δέν ἔχει μιά συγκεκριμένη γήϊνη πατρίδα, ἀφοῦ ἐλπίζει στή σίγουρη πατρίδα τοῦ Παραδείσου, ἀπό τήν ἄλλη βλέπουμε τόν ἴδιο τόν Χριστό νά ὑπερεκχειλίζει ἀπό πατριωτικό πόνο γιά τήν Ἱερουσαλήμ ὅταν λέει ¨Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ πού σκοτώνεις τούς προφῆτες…πολλές φορές θέλησα νά συγκεντρώσω τά παιδιά σου ὅπως ἡ ὄρνιθα τά κλωσόπουλά της κάτω ἀπό τά φτερά της καί δέν θελήσατε¨. Σίγουρα βέβαια ὅταν λέει Ἱερουσαλήμ ἐννοεῖ κυρίως τήν Ἐκκλησία, ἀλλά δέν μποροῦμε νά παραθεωρήσουμε καί τήν κυριολεκτική της σημασία ὡς πατρίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως μᾶς διδάσκει νά πονᾶμε καί νά γνοιαζόμαστε τήν πατρίδα μας. Δέν λέει βέβαια νά πάρουν ὅπλα σέ περίπτωση πού ἐλλοχεύει ἡ κατάργηση τῆς ἐλευθερίας, ἀλλά ἀπαντᾶ σέ ἐρώτηση τῶν Φαρισαίων ¨τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι¨. Αὐτό δέν σημαίνει ἔμμεσα, ὑπακοή στήν πατρίδα ὅταν σέ καλεῖ στήν ἐκτέλεση τῶν στρατιωτικῶν σου ὑποχρεώσεων;

Ἀπό τή μιά ¨Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί¨, ἀπό τήν ἄλλη ὁ Χριστός παίρνει πάλι ἀπό ἀγάπη τό φραγγέλιο γιά νά βγάλει ἔξω ἀπό τό ναό τοῦ Σολομῶντος τούς θεοκαπήλους γιά νά μή μετατραπεῖ ὁ ναός σέ οἶκο ἐμπορίου.Ἄν ἡ πατρίδα μας κινδυνεύει νά γίνει οἶκος τοῦ μουσουλμάνου Τούρκου ἤ τοῦ παπικοῦ Γερμανοῦ, δέν πρέπει νά πάρουμε φραγγέλιο, δηλ. ὅπλο; Δέν θά εἴμαστε συνυπεύθυνοι ἄν ἀλλαξοπιστήσουν τά παιδιά μας, οἱ συμπατριῶτες μας;

Τελικά τί θέλει ὁ Χριστός νά κάνουμε;

Εἶναι ἀνάγκη πρῶτα ἀπ᾿ὅλα νά ἐνεργοῦμε θεόπνευστα μέ τή χάρη τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Στή συνέχεια νά προσευχόμαστε καί νά θέτουμε στά χέρια τοῦ Θεοῦ τό κάθε πρόβλημα. Κατόπιν νά θυμόμαστε τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι τό θέμα δέν εἶναι ἡ στρατιωτική ζωή ἤ ἡ ἄρνησή της, ἀλλά ἡ ἐνάρετη ἤ ἁμαρτωλή συμπεριφορά μας πού μᾶς κάνει ἀντιπάλους τοῦ Σωτήρα μας.

Ἑπομένως βλέποντας σφαιρικά τήν Ἁγία Γραφή παρατηροῦμε πώς δέν ὑπάρχουν ἀντιφάσεις στήν οὐσία. Ἀλλά ἁρμονία δύο ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ·τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης·μέ κίνητρο τήν ἀγάπη ἐφαρμόζεται ἄλλες φορές ἡ συγχωρητικότητα καί ἡ μακροθυμία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως στή σταύρωση, ἄλλες φορές ἡ δικαιοσύνη, ὅπως στήν παραβολή τῶν 10 παρθένων ὅπου οἱ πέντε λαμβάνουν μέρος στούς γάμους ἐπειδή φρόντισαν νά ἔχουν λάδι γιά τίς λαμπάδες τους, ἐνῶ οἱ ἄλλες πέντε δικαίως μένουν ἔξω τοῦ νυμφῶνος δηλ. ἔξω ἀπό τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐπειδή οἱ ἴδιες δέν προνόησαν νά ἔχουν λάδι.Ὄχι ἐπειδή ὁ νυμφίος τίς ἔβγαλε.

Ὁ κάθε πόλεμος εἶναι συνέπεια τῆς ἀπουσίας τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης τοῦ Χριστοῦ. Ἄρα ἡ εἰρήνη ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἀπόκτηση τῶν δύο παραπάνω ἀρετῶν· ἡ ἀπόκτηση αὐτή ὅμως προϋποθέτει κάθαρση καρδιᾶς ἀπό τά πάθη· ἡ κάθαρση ὅμως μέ τή σειρά της προϋποθέτει συνειδητοποίηση τῶν παθῶν πού ὁδηγεῖ στή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση.Ἔτσι λοιπόν ὁ κάθε πόλεμος εἶναι συνέπεια τῆς δικῆς μας πνευματικῆς ἀποστασίας· δέν εἶναι δοσμένος ἀπό τόν Θεό.Ὁ Θεός ἐπιτρέπει ἀλλά δέν δίνει τούς πολέμους. Γι᾿ αὐτό καί ὁ πόλεμος ὀνομάζεται ¨ἀναγκαῖο κακό¨ ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἀναπόφευκτου τῆς συνεπείας ὅταν δέν προηγεῖται μετάνοια.

Κάθε πόλεμος ὡστόσο λειτουργεῖ παιδαγωγικά. Μᾶς κάνει νά προσευχόμαστε περισσότερο, νά μετανιώνουμε ἀληθινά, νά ἐκκλησιαζόμαστε συνειδητότερα.

Ἔτσι λοιπόν ἀπευθυνόμαστε καί ἐμεῖς στήν Παναγία μας λέγοντας ¨Σέ γάρ σκέπην καί προστάτιν καί βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντες σοι¨. Καί ἐκείνη βρίσκεται πάντα μέ τό μέρος τοῦ ἀδικημένου, τοῦ μετανοημένου, γι᾿ αὐτό καί μᾶς συμπαραστέκεται σέ κάθε ἀμυντικό πόλεμο.

Ἄρα ὁ Χριστιανός ἔχει τήν εὐλογία καί ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἀπό ὅλη τήν Ἐκκλησία νά λαμβάνει μέρος κατ᾿ οἰκονομίαν σέ πολέμους, ὅταν αὐτοί εἶναι ἀμυντικοί, πρός ὑπεράσπιση τῆς πατρίδος του. Ἄν δέν τό κάνει αὐτό, τότε σέ τί διαφέρει ἀπό τούς Ἰεχωβάδες πού δέν παίρνουν ὅπλο; Σέ τί διαφέρει ἀπό αὐτούς πού πουλοῦν μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο τήν πατρίδα τους;
Ἱστορικὰ τὰ μέρη καὶ οἱ τίτλοι μπορεῖ νὰ ἔχουν ἀλλάξει, ἀλλὰ οἱ στρατευμένοι μας θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσο συμπαθεῖς ὅσο καὶ οἱ ἑκατόνταρχοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὸ νὰ εἶσαι στρατιώτης ἦταν πολὺ σεβάσμιο. Γιὰ παράδειγμα, ὁ ἀπ.Παῦλος περιγράφει τὸν Ἐπαφρόδιτο, σὰν «συστρατιώτη» (Φιλιππησίους 2:25). Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐπίσης χρησιμοποιεῖ στρατιωτικοὺς ὅρους γιὰ νὰ περιγράψει πῶς νὰ εἴμαστε δυνατοὶ ἐν Κυρίῳ βάζοντας τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ (Ἐφεσίους 6:10-20).

Ἑπομένως βεβαίως ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὴν στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, εὐθέως καὶ ἀνεπιφύλακτα. Οἱ Χριστιανοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ χώρα τους μὲ χαρακτήρα, ἀξιοπρέπεια, καὶ τιμή, μποροῦν νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι τὸ καθῆκον ποὺ ἐκτελοῦν εἶναι σεβαστὸ ἀπὸ τὸν Κυρίαρχο Θεό μας. Αὐτοὶ ποὺ ὑπηρετοῦν στὸ στρατὸ ἀξίζουν τὸ σεβασμό μας καὶ τὶς εὐχαριστίες μας!

Ὡστόσο δέν ἀμφισβητεῖ κανείς θαυμαστές ἐξαιρέσεις θεϊκῶν ἐπεμβάσεων ὅπου πράγματι ἅγιοι ἄνθρωποι μέ τήν προσευχή τους πρός τόν Χριστό, τήν Παναγία ἤ τούς ἁγίους ἀκινητοποίησαν, κοκκάλωσαν μοχθηρούς ἀνθρώπους πού ἑτοιμάζονταν νά διαπράξουν ἐγκληματικές πράξεις. Αὐτό δέν ἀναιρεῖ τά παραπάνω.

orthros.eu

Πόλεμος και Χριστιανός

Άγιος Μηνάς εορτάζει σήμερον 11η Νοεμβρίου
Πόλεμος και Χριστιανός
Ο Χριστιανός στον πόλεμο. Όπλα και Χριστιανός.
Χριστιανισμός και πόλεμος. Στράτευση Χριστιανών.

Αγαπητοί σήμερα θα δούμε ένα θέμα το οποίο είναι το εξής εάν επιτρέπεται ο πόλεμος και τα όπλα από την διδασκαλία του Χριστιανισμού.
Διαβάζοντας την Βίβλον βλέπουμε καθαρά ότι το ιδανικόν το οποίον οφείλουν να επιδιώκουν άτομα ή έθνη είναι η ειρήνη, για αυτό και ο Χριστιανισμός ονομάζεται Βασίλειον ειρήνης και ο αρχηγός αυτού, ο Βασιλεύς Κύριος Ιησούς Χριστός, καλείται Βασιλεύς και Άρχων ειρήνης. Όμως καθώς είναι γνωστό υπάρχουν περιστάσεις κατά τις οποίες η Αγία Γραφή επιτρέπει τον πόλεμο χαρακτηρίζοντας τον ως μέγιστη καταστροφή και ως Θεία τιμωρία.
Πολλάκις βλέπουμε εις την Παλαιάν Διαθήκην τον πόλεμον.
Η ιστορία του Ισραήλ περιέχει έναν μακρύ κατάλογο πολέμων οι οποίοι διεξήχθησαν αδεία, διαταγή, και βοηθεία Θεού. Αλλά και στους Ψαλμούς βλέπουμε τον Δαυίδ να συντάσσει Ψαλμούς είτε επινίκιους, είτε ικετήριους. Ψαλμοί 9,19,20,59 κλπ.
Είναι φανερό λοιπόν ότι ο πόλεμος επιτρέπεται στην Παλαιά Διαθήκη υπό όρους.
Οι δε Εβραίοι προτού εμπλακούν εις πόλεμον ζητούσαν την βουλή του Θεού υπό τους λίθους ουρίμ και θουμίμ εκ του αρχιερατικού χρυσοκεντήτου Εφόδ ή σε κάποιους από τους προφήτας.
Ως έμβλημα δε της βοηθείας Θεού μεταφερόταν στην εκστρατεία και η Κιβωτός της Διαθήκης.
Ο πόλεμος όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά εις ορισμένας περιπτώσεις συνιστάται.
Πως όμως; Ως το τελευταίον καταφύγιον και ορίζονται κάποιοι κανόνες ώστε να περιοριστούν οι καταστροφές κατά του εχθρού και αυτός ο πόλεμος ονομάζεται πόλεμος παρά Θεού, ὅτι παρὰ τοῦ Θεοῦ ὁ πόλεμος Α’ Παραλ. 5,22.
Το ερώτημα είναι όμως εάν εις την εποχήν της Καινής Διαθήκης και υπό τον θεσμό του βασιλείου της ειρήνης επιτρέπεται ο πόλεμος. Υπό πρώτης όψεως ίσως φανεί ότι ο πόλεμος δεν επιτρέπεται αφού δεν συμβιβάζεται με το Χριστιανικό πνεύμα της αγάπης και της ειρήνης που είναι γνώρισμα του Χριστιανού.
Η αγάπη όχι μόνο προς τους φίλους αλλά και προς τους εχθρούς, η επί του Όρους ομιλία και έτερα σημεία εις την Γραφήν συνιστούν την αγαθότητα, την μη χρήση βίας, την εγκαρτέρησιν. Όλα τα παραπάνω δεικνύουν ότι ο Χριστιανισμός προτρέπει προς την ειρήνην και συνιστά την αγαθότητα, όμως πρέπει να γίνει φανερή η έκτασις της εφαρμογής των διδασκαλιών αυτών.
Εάν επί παραδείγματι ένα Χριστιανικό κράτος προσβληθεί, τι οφείλει να πράξει κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου ; Εν τοιαύτη περιπτώσει θα έπρεπε να εκλέξει εν εκ των δυο, ή την υποχώρησιν ή την αντίστασιν απέναντι εις τον εχθρόν.
Αλλ’ η εκλογή του πρώτου θα συνεπήγετο με απώλεια ελευθερίας και αργά η γρήγορα θα επικρατούσαν τα έθνη τα θρασύτερα και τα αδικότερα. Η τοιαύτη δε επικράτησις της αυθαιρέτου βίας και της καταφανούς αδικίας δεν είναι σύμφωνος με την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου, του οποίου εξάλλου σκοπός είναι η εξάπλωσις της βασιλείας σε όλη την Γη.
Αν δούμε τι συμβούλεψε ο Ιωάννης ο πρόδρομος όταν ρωτήθηκε από κάποιους στρατιωτικούς τι οφείλουν να κάνουν ώστε να αποκτήσουν την βασιλεία του Θεού, βλέπουμε ότι δεν απαιτεί από αυτούς την παραίτηση από το στρατιωτική θέση τους και περιορίζεται στην σύσταση ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· καὶ ἡμεῖς τί ποιήσομεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν.
Οπωσδήποτε εάν το Ευαγγέλιο απαγόρευε απολύτως τον πόλεμο ο Βαπτιστής θα όφειλε να συστήσει αποχήν από την στρατιωτικήν υπηρεσίαν τους η οποία προϋποθέτει τον πόλεμον.
Ο Ιωάννης δεν απαιτεί παρ’ αυτών την παραίτησην από του στρατιωτικού σταδίου και περιορίζεται εις την ανωτέρω σύστασιν.
Ομοίως και ο Κύριος όταν μιλεί προς τον εκατόνταρχο στην Καπερναούμ όχι μόνο δεν τον κατακρίνει για το στρατιωτικό του βαθμό αλλά δίδει μεγάλο έπαινο στην πίστη του λέγοντας ότι δεν βρήκε τέτοια πίστη σε ολόκληρο τον Ισραήλ, ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λουκ 7,9.
Εις άλλον σημείον βλέπουμε τον απόστολο Πέτρο κατά την μετάβαση του μετά το γνωστό όραμα στον εκατόνταρχο στην Καισάρεια τον Κορνήλιο ώστε να τον κατηχήσει.
Ο απόστολος λέγει πολλά εις αυτόν, μάλιστα του αποκαλύπτει και την βουλή του Θεού περί την εις Χριστόν επιστροφή των Εθνικών, και θα ήτο παράλογο ενώ έχει αναφέρει τόσα να προβαίνει σε βάπτιση του Κορνηλίου και της οικογενείας του χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περί απαγόρευσης στρατεύσεως ή να μην έχει ζητήσει από τον Κορνήλιο πριν την εισαγωγή του στον Χριστιανισμό με το βάπτισμα, την αποστράτευση.
Θα μιλήσουμε εις επόμενη παράγραφον με περισσότερας λεπτομέρειας περί των ανωτέρω.
Επιπλέον βλέπουμε ότι ο Κύριος αλλά και οι Απόστολοι δείχνουν σεβασμόν προς το Ρωμαϊκό καθεστώς, σεβόμενοι τας δικαστικάς αρχάς, πληρώνοντας τους νενομισμένους φόρους, αναγνωρίζοντας τον στρατιωτικόν οργανισμόν.
Ο Παύλος δε, ομιλεί περί των «θεοσύστατων εξουσιών» στις οποίες οφείλει να υποταχθεί πάσα ψυχή και περί των πολιτικών αρχόντων ως τιμωρών, όχι των αγαθών, αλλά των κακοποιών οι όποιοι είναι οι μόνοι που πρέπει να φοβούνται την πολιτική αρχή διότι αυτή ουκ οικεί την μάχαιραν φορεί αλλά ως διάκονος Θεού έχει άδεια να κάνει χρήση αυτής κατά των κακοποιών, ανεξαρτήτως εάν αυτοί ανήκουν στο κράτος ή είναι εξωτερικοί εχθροί οι όποιοι επιβουλεύονται την ανεξαρτησία και την ελευθερία του.
Ο πόλεμος λοιπόν επιτρέπεται ως θεομηνία, ως ενός είδους Θεϊκής οργής, προς τιμωρία της ασεβείας και της αδικίας αλλά και ως αναγκαίο μέσον προς υπεράσπιση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας των λαών κατά των εξωτερικών εχθρών.
Μια πράξις έκτακτος ήτις ενώ φαίνεται ότι ανατρέπει την ειρήνην την ησυχίαν και την τάξιν, αποβλέπει κυρίως εις την εξασφάλισιν αυτών.
Λέγει ο Χριστός, ουκ ήλθον βαλείν ειρήνη αλλά μάχαιραν, ως τον αναγκαίον πρόδρομον της ασφαλούς και μονίμου ειρήνης. Ότι τούτο μάλιστα ειρήνη, όταν το νενοσηκός αποτέμνηται, όταν το στασιάζον χωρίζηται. Ούτω γαρ δυνατόν τον ουρανόν τη γη συναφθήναι. Επεί και ιατρός ούτω το λοιπόν διασώζει σώμα, όταν το ανιάτως έχον εκτέμη και στρατηγός όταν κακώς ομονοούντας εις διάστασιν αγάγη. Ούτω και επί του πύργου (ο Χρυσόστομος εννοεί τον πύργο της Βαβέλ, δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν ἐκεῖ αὐτῶν τὴν γλῶσσαν) γέγονεν εκείνου, την γάρ κακήν ειρήνην η καλή διαφωνία έλυσε και εποίησεν ειρήνην, λέγει ο Χρυσόστομος.
Το ερώτημα περί Χριστιανικής διδασκαλίας και πολέμου δεν είναι τωρινό.
Και κατά τους πρώτους χρόνους το ερώτημα ετέθη εξ αφορμής των εν τω Ρωμαϊκώ στρατώ υπηρετούντων Χριστιανών.
Ο Τερτυλλιανός ενόσω ήτο εις την Εκκλησίαν απολογούμενος υπέρ του Χριστιανισμού προς τους Εθνικούς ανέφερε χωρίς καμία αποδοκιμασία προς τους Χριστιανούς που είχαν παραμείνει εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν μετά την μεταστροφήν τους, ότι ενώ αυτοί είναι χθεσινοί, έχουν πολλαπλασιαστεί τόσο ώστε κατέλαβαν τα πάντα και πόλεις και κώμας και φρούρια και στρατόπεδα, μόνον, λέγει ο Τερτυλλιανός, στους Εθνικούς ναούς δεν θα δει κανείς Χριστιανούς.
Απευθυνόμενος δε εις τους Ρωμαίους επάρχους επισημαίνει εις αυτούς το γεγονός ότι οι Χριστιανοί ευρίσκονται εις τας Ρωμαϊκάς λεγεώνας και πολεμούν μαζί τους.
Δυστυχώς αδίκησεν τον εαυτόν του και εξέπεσεν εις τον Μοντανισμόν.
Τότε δε ήτο που εξέφερε την αλλοπρόσαλλον γνώμην ότι όταν ο Κύριος απηγόρευσε την χρήσην της μάχαιρας εις τον απόστολον Πέτρον αφόπλιζε συγχρόνως και όλους τους Χριστιανούς, δια τούτο δεν είναι επιτρεπτόν εις αυτούς το στρατιωτικόν επάγγελμα. Απηγόρευε δε ο Τερτυλλιανός εις τους βεβαπτισμένους την υπηρεσίαν εν τω στρατώ.
Όταν εκπέσεις εις την αίρεσιν αι πλάναι επέρχονται η μια όπισθεν της άλλης.
Ο Πέτρος εξάγων εκ της θήκης την μάχαιραν, πηγαίνει πρωτίστως ενάντια εις την Θεϊκήν βουλήν της σωτηρίας δια Σταυρού η οποία ήδη του έχει γνωστοποιηθεί. Η πράξη του όχι μόνο δεν ήταν υπό την διαταγή κάποιας κοσμικής εξουσίας αλλά ήτο άκριτος αφού εξέθετε τους μαθητάς ως στασιαστάς, γεγονός το οποίο θα επέφερε την σύλληψή των, ήτο δε και ασύνετος αφού ακόμη και εάν εξουδετερωνόταν ο Μάλχος, οι λιγοστοί μαθητές θα εφονεύοντο υπό των πολυαρίθμων αντιπάλων χάνοντας την ευκαιρία να αγωνισθούν ύστερον, επιπλέον ως είπαμε η πράξις αυτή ήτο ενάντια στην Θεϊκήν βουλήν. Για αυτό και ο Χριστός του ομιλεί για το ποτήριον που πρέπει να πίει, εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ, οὐ μὴ πίω αὐτό;
Η δε παρατήρησις του Ιησού είναι φανερόν ότι απευθύνεται κυρίως προς τους διώκτας αφού αυτοί είναι εν αδικία και επιτιθέμενοι εις έναν ο οποίος ουδέν κακόν εποίησε.
Το λεχθέν περί λεγεώνων αγγέλων οι οποίες θα μπορούσαν να παραταχτούν εναντίων των διωκτών δεικνύει αφενός ότι ο Ιησούς εκλέγει την στιγμήν κατά την οποίαν θα θυσιαστεί και αφετέρου ότι η άμυνα εναντίων των αδίκων είναι νόμιμος, ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;
Όταν οι σταυρωτές ήθελαν να λιθοβολήσουν τον Κύριο αυτός ως παντοδύναμος Θεός πιθανόν έγινε αόρατος ή εκρατήθησαν οι οφθαλμοί των διωκτών, αφού ο Ευαγγελιστής μας αναφέρει ότι ενώ είχαν πιάσει λίθους και ήταν έτοιμοι να τον λιθοβολήσουν αυτός «ἐκρύβη» και διέφυγε διερχόμενος ανάμεσα σε ανθρώπους που μόλις πριν μια στιγμή τον είχαν έμπροσθεν των οφθαλμών τους.
Το σχέδιον του Θεού ήτο να σταυρωθεί και ο Χριστός δεν αφέθηκε έρμαιον εις τας δόλιας διαθέσεις των Φαρισαίων που ήθελαν να τον βγάλουν από την μέση εδώ και τώρα, ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ᾿ αὐτόν Ἰησοῦς δὲ ἐκρύβη, καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν, καὶ παρῆγεν οὕτως.
Έτσι και ο Χριστιανός ως μαθητής Χριστού δεν θα γίνει έρμαιο του κάθε κακούργου θυσιάζοντας το δίκαιο του ή την ζωή του άκριτα. Ως απλούς άνθρωπος δεν δύναται να γίνει αόρατος, έτσι θα αναγκαστεί να αμυνθεί και θα θυσιαστεί όχι όταν το ζητήσει ο αδίστακτος άδικος αλλά όταν το απαιτεί το δίκαιο.
Ο Χριστός θυσιάστηκε στον Σταυρό και όχι στον Ναό όπου ήθελαν να τον λιθοβολήσουν.
Ο Ωριγένης έλαβε αφορμή να μιλήσει περί της σχέσεως των Χριστιανών με τον πόλεμο από την επίθεση του Κέλσου. Ο Κέλσος ρωτά πόθεν προέρχονται οι Χριστιανοί, ποία είναι η πατρίδα τους και ποίος ο νομοθέτης τους και ο Ωριγένης απαντά, προερχόμαστε και ονομαζόμαστε εκ του Ιησού Χριστού ο οποίος μας παρήγγειλε να μεταβάλουμε τας ρομφαίας μας εις άροτρα και τους σειρομάστας (δηλαδή τις λόγχες, σειρομάστης = αγκαθωτή λόγχη) εις δρέπανα, για αυτό και οι Χριστιανοί δεν χρησιμοποιούμε τα σπαθιά μας εναντίον κανενός έθνους.
Παραδεχόταν μεν ότι υπάρχουν πόλεμοι οι οποίοι είναι προς άμυνα της πατρίδος, αγωνιζόμενοι δὲ διὰ τῶν πρὸς θεὸν εὐχῶν ὑπὲρ τῶν δικαίως στρατευομένων καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίως βασιλεύοντος, ἵνα τὰ ἐναντία πάντα καὶ ἐχθρὰ τοῖς δικαίως πράττουσι καθαιρεθῇ, αλλά παραδόξως δεν επιθυμούσε να μάχονται οι Χριστιανοί και να χύνουν το αίμα τους.
Ο Λακτάντιος, αρχικώς, απαγορεύει εις τον Χριστιανόν να φέρει όπλα, η υπηρεσία του Χριστιανού λέγει είναι όχι εις τον στρατόν αλλά υπέρ της δικαιοσύνης.
Παρά την μεγάλη των πολυμάθεια Τερτυλλιανός και Ωριγένης ηστόχησαν.
Η γνώμη τους, όπως και αυτή η συγκεκριμένη του Λακτάντιου περί του θέματος, δεν είναι σύμφωνος προς το φρόνημα και το πνεύμα της Εκκλησίας.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο εκ Σίκκης Αρνόβιος, διδάσκαλος του Λακταντίου και τέως πολέμιος του Χριστιανισμού, ο οποίος καίτοι ως εκ της σπουδής μετά της οποίας εκλήθη ήδη προ του βαπτίσματος αυτού να απολογηθεί υπέρ του Χριστιανισμού δεν είχε προλάβει ως ήτο επόμενον να γνωρισθεί βαθύτερον μετά της Χριστιανικής διδασκαλίας, εν τούτοις επί του σημείου τούτου φαίνεται ότι ποσήγγισε περισσότερον εις το πνεύμα της Εκκλησιαστικής διδασκαλίας.
Η ειρήνη κατά τον Αρνόβιον είναι η ευκταία κατάστασις εν τω Χριστιανισμώ ήτις θα επικρατήσει μετά την αποδοχήν της ειρηνοφίλου διδασκαλίας του Ευαγγελίου.
Κατά τον ιστορικόν Ευσέβιον, ο Απολλινάριος επίσκοπος Ιεραπόλεως Φρυγίας, διηγείται περί της κεραυνοβόλου λεγεώνος και φαίνεται ευνοϊκώς διακείμενος υπέρ της στρατιωτικής υπηρεσίας των Χριστιανών.
Το γεγονός έχει ως εξής, ο Μάρκος Αυρήλιος εξεστράτευσε εναντίων των Μαρκομάννων.
Οι Μαρκομάννοι ήταν αρχαία Γερμανική φυλή, η ονομασία της οποίας σημαίνει άνθρωποι των συνόρων. Ο Μάρκος Αυρήλιος πολέμησε δια μεγάλο διάστημα εναντίον αυτών και των συμμάχων τους Κουάδων, τους ενίκησε το 176.
Σε κάποια στιγμή υπήρξε φοβερά έλλειψις ύδατος και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος το στράτευμα είχε έρθει σε μεγάλη δυσκολία, η καταστροφή ήτο προ των πυλών. Τότε μια λεγεώνα που αποτελούνταν από Χριστιανούς προσευχήθηκε και αμέσως κεραυνοί και πολύ βροχή έπεσε η οποία έσωσε στο στρατό από το να καταστραφεί εξ αιτίας της ελλείψεως ύδατος.
Έτσι η λεγεώνα αυτή ονομάστηκε «Κεραυνοβόλος Λεγεών».
Περί αυτών των στρατιωτών ο Απολλινάριος Ιεραπόλεως αλλά και ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ευσέβιος oμιλούν ως περί καλών Χριστιανών των οποίων ο Θεός εισακούει τις προσευχές τους.
Όχι μόνον πριν από σχεδόν 2000 χρόνια αλλά και τώρα είναι πασίγνωστα τα θαύματα του Κυρίου και της Θεοτόκου και γενικώς η άνωθεν βοήθεια που έλαβαν οι ένδοξοι Έλληνες στρατιώται οι οποίοι ηρωικώς μάχονταν στα χιονισμένα βουνά ή αργότερα αντιστέκονταν εις την κατοχήν της πατρίδος μας υπό των σύγχρονων Μαρκομμάνων.
Ο Κλήμης Αλεξανδρείας δεν προτρέπει τους Χριστιανούς να απομακρυνθούν από την στρατιωτικήν υπηρεσίαν αλλά τους λέγει να πειθαρχούν και να έχουν υπακοή εις τας στρατιωτικάς αρχάς. Η πίστη σε βρήκε υπό τα όπλα, μην τα εγκαταλείψεις αλλά υπάκουε εις τον αρχηγόν σου του οποίου ο λόγος της στρατολογίας είναι η υπηρεσία της δικαιοσύνης. Βλέπουμε τον Κλήμη να αναφέρει αυτό που λέγει ο Παύλος και ο Ιωάννης.
Για αυτό και αι Αποστολικαί Διαταγαί περιλαμβάνουν την εξής σχετικήν οδηγίαν,
στρατιώτης προσιών διδασκέσθω, «μη αδικείν, μη συκοφαντείν, αρκείσθαι δε τοις διδομένοις οψωνίοις», πειθόμενος προσδεχέσθω, αντιλέγων δε αποβαλλέσθω.
Οσάκις παρουσιάζεται τις των στρατιωτών θέλων να λάβει το βάπτισμα πρέπει να διδάσκεται ούτος, ότι οφείλει να αρκείται εις τον μισθόν του αποφεύγων πάσα αδικία κατά του πλησίον. Εάν δεν το αποδεχόταν αυτό δεν γινόταν δεκτός, εάν αποδεχόταν την τήρηση του ηθικού αυτού κανόνος τότε γινόταν δεκτός εις το Χριστιανικόν βάπτισμα άνευ άλλης υποχρεώσεως.
Σε αυτούς τους χρόνους αστυνομία και προσωπικόν δια την είσπραξην των εισφορών δεν υπήρχε και έτσι οι στρατιώτες είχαν πολλά καθήκοντα, εφόσον ήταν σε τέτοια θέση κάποιοι εκμεταλλεύονταν την εξουσία τους προς ίδιον όφελος, αδικώντας.
Εδώ παρατηρούμε ότι έχουμε ακριβώς την ίδια συμβουλή με αυτήν του Ιωάννη του Βαπτιστού.
Έτσι εννόησε η πρώτη Εκκλησία τα περί στρατιωτικής υπηρεσίας, αι διδαχαί του Βαπτιστού έχουν ισχύν και εις την περίοδον της χάριτος. Καταπέφτει λοιπόν η σαθρή ένστασις ότι ο Ιωάννης συμβούλευε αυτά εις τους στρατιώτας προ της χάριτος ενώ τώρα ισχύει άλλως.
Ενδιαφέρον έχει τοπική σύνοδος, συνελθούσα εν Δύση το 314, οπού εξωεκκλησιάζει παν Χριστιανό ο οποίος λιποτακτούσε εν καιρώ ειρήνης.
Ο δε Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος τόσο ηρωικά αγωνίστηκε κατά των Αρειανών, έχει την θέση ότι όχι μόνον επιτρέπεται η στρατιωτική υπηρεσία στους Χριστιανούς αλλά και ο πόλεμος κατά των εχθρών είναι αξιέπαινος. Το να φονεύσει κανείς, λέγει ο Αθανάσιος, δεν είναι επιτρεπτόν, εις καιρόν πολέμου όμως η αναίρεσις των πολεμίων είναι νόμιμη και αξιέπαινος. Εις την προς Αμμούν επιστολήν λέγει τα εξής: Φονεύειν ουκ έξεστιν, αλλ’ εν πολέμω αναιρείν τους αντιπάλους, έννομον τε και επαίνου αίτιον.
Στην ίδια θέση με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας είναι και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων.
Ο Αμβρόσιος παρατηρεί ότι η απόφασις του Αθανασίου είναι αληθής προκειμένου περί του δικαίου πολέμου. Δίκαιος πόλεμος κατά τον Αμβρόσιο είναι αυτός που αποβλέπει στην άμυνα της πατρίδος.
Την εξήγηση του Αθανασίου ασπάζονται και άλλοι των σύγχρονων του Εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Αυτή την εξήγησην έχει προφανώς κατά νου και ο Μέγας Βασίλειος όταν διατυπώνει τον 13ον κανόνα του εκφέρων την γνώμην ότι αν οι αρχαιότεροι πατέρες εσυγχώρησαν τους εν πολέμω φόνους το έπραξαν αφορώντες εις τον ιερόν σκοπόν αυτών.
Τους εν πολέμοις φόνους οι Πατέρες ημών εν τοις φόνοις ουκ ελογίσαντο, εμοί δοκεί, συγγνώμην διδόντες τοις υπέρ σωφροσύνης και ευσεβείας αμυνομένοις.
Επειδή ο Εκκλησιαστικός νομοθέτης Βασίλειος εκφράζει εν τη συνεχεία του αυτού κανόνος την ατομικήν του συμβουλήν περί αποχής εκ της Θείας Κοινωνίας αυτών που φόνευσαν εις πόλεμο δια τρία έτη, διαμαρτύρονται σφοδρώς οι αρχαίοι ερμηνευταί αυτού κατά της τοιαύτης του θείου πατρός αυστηρότητος, χαρακτηρίζοντας την συμβουλήν του, φορτικήν.
Και επειδή οι περί ων ο λόγος Κανονολόγοι, Ζωναράς, Βαλσαμών και Αριστηνός ερμηνεύουν και το πιστεύω της εποχής τους επί του ζητήματος, είναι κατάλληλο να γνωρίσουμε την σκέψη τους.
Ου κατ’ επιταγήν φησίν ο Άγιος, τους εν πολέμοις αναιρούντας επι τριετίαν απέχεσθαι της κοινωνίας, αλλά κατά συμβουλήν, πλην φορτική η τοιαύτη δοκεί συμβουλή, συμβαίη γαρ αν εκ ταύτης, μηδέποτε τους στρατιώτας μεταλαβείν των θείων Δώρων, και μάλιστα θάρσος ενδεικνυμένους, και αριστείς, ου γαρ αν ποτέ σχοίεν αδείαν επί τριετίαν ηρεμήσαι. Οίμαι γούν, ως ούποτε η του μεγάλου Βασιλείου υποθήκη αύτη εκράτησε. Ζωναράς.
Δια του παρόντος κανόνος υποτίθησιν ο Άγιος συμβουλευτικώς, τους εν πολέμω φονεύσαντας επέχεσθαι της κοινωνίας δι’ όλην τριετίας, καν οι Πατέρες τοις τοιούτοις συγγνώμην δεδώκασι, και μετά φονέων αυτούς ουκ ελογίσαντο, αγωνισαμένοις υπέρ της ευσεβείας και της σωφροσύνης των μελλόντων αιχμαλωτισθήναι πιστών. Ούτως δε ο κανών, αξίως τη αγιοπρεπεία του θείου Πατρός εξετέθη, ουκ ενεργεί δε, δια το συμπίπτειν, ει τούτο δοθή, μηδέποτε τους στρατιώτας μεταλαμβάνειν των θείων αγιασμάτων. Βαλσαμών.
Ουδέ ο μέγας ούτος ανήρ την κρίσιν αυτών αποδοκιμάζει, δια το υπέρ σωφροσύνης και ευλαβείας αμύνεσθαι τον πολεμιστήν, λέγει για τον Βασίλειο ο Αριστηνός.
Εάν οι ασχολούμενοι με τους αλλεπάλληλους πολέμους αποκλείονται από την Θεία Κοινωνία θα είναι δια βίου αποκλεισμένοι από την Μετάληψην το οποίο δια τους Χριστιανούς είναι αφόρητος καταδίκη. Άλλως τε γιατί να μην θεωρούνται καθαροί αυτοί που αγωνίζονται υπέρ της πίστεως και των αδελφών τους ώστε αυτοί να μην συλληφθούν από τους πολεμίους ή για να ελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι ; Διότι εάν ήθελαν ευλαβηθούν τους βαρβάρους ώστε να μην τους φονεύσουν για να μην μολύνουν τα χέρια τους, τότε έχουν χαθεί όλα, και οι άδικοι και θρασείς θα γίνουν κυρίαρχοι των πάντων. Αυτό συλλογιζόμενοι και οι παλαιοί Πατέρες δεν συγκατέλεξαν μεταξύ των φονέων τους εν πολέμω φονεύοντες αλλά τους συγχώρησαν επειδή πολέμησαν χάριν της σωφροσύνης και της ευσεβείας, καθώς είπε και ο Μέγας Βασίλειος, διότι εάν υπερισχύσουν οι άδικοι και οι βάρβαροι, τότε ούτε ευσέβεια θα υπάρξει, ούτε σωφροσύνη, και η μεν Χριστιανική ευσέβεια θα παραγκωνιστεί, αφού αυτοί θα επιβάλουν άλλα θρησκεύματα, στην δε σωφροσύνη δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να μετέλθει αλλά θα εκβιαστούν και οι άλλοι να μετέχουν εις το υπόδειγμα των αδίκων. Λέγει ο Κύριος, μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ, κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον πού θυσιάζει την ζωή του για χάρη των φίλων του.
Οίμαι γούν, ως ούποτε η του μεγάλου Βασιλείου υποθήκη αύτη εκράτησε, συμπεραίνει ο Ζωναράς, δηλαδή, φρονώ λοιπόν ότι η συμβουλή του Μεγάλου Βασιλείου δεν εφηρμόσθη ποτέ εν τη Εκκλησία. Ούκ ενεργεί, δεν είναι σε ισχύ, συμπληρώνει ο Βαλσαμών.
Τόσω δε μόνον εχρησίμευσεν η προκειμένη αυτή αυστηρά υποθήκη.
Όταν αργότερα ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος ο Φωκάς, ο απαλλάξας την Κρήτην υπό των Σαρακηνών, απήτησεν υπό Συνόδου όπως η Εκκλησία μεταξύ των Αγίων μαρτύρων κατατάσσει και τους εν πολέμοις πίπτοντας και να απονέμωνται εις αυτούς ίσες τιμές και ύμνοι.
Οι τότε Αρχιερείς, ίνα αποφύγωσι την ξένην προς τον Χριστιανισμόν ιδέαν του περί ιερού πολέμου κατά των απίστων εις τον οποίον οι πεσόντες θα ήσαν μάρτυρες ώσπερ λέγουσι οι τζιχαντισταί, απέρριψαν την εν λόγω πρόταση λέγοντας ότι δεν είναι δίκαιο το να συναριθμηθούν μαζί με τους σφαγιασθέντες εν διωγμούς οι εν πολέμω πεσόντες ους ο Μέγας Βασίλειος ως μη καθαρούς τας χείρας επί τριετίαν των αγιασμάτων απείρξεν.
Αποδέχτηκε όμως η Σύνοδος αυτή την σχετικήν περί του θέματος σύστασιν του Αθανασίου καθ’ ην οι εν πολέμοις αριστεύσαντες δέον να τιμώνται μεγάλων τιμών και τιμητικών στηλών αίτινες να κηρύττωσι τα κατορθώματα αυτών ως αναιρούντων τους αντίπαλους και πράγμα ποιούντων έννομον και επαίνου άξιον.
Ο Αυγουστίνος Ιππώνος ήτο ο συγγραφεύς ο οποίος ησχολήθηκε περισσότερον με το θέμα.
Ο Αυγουστίνος παρακινήθηκε κατά πρώτον να εκφέρει γνώμην περί πολέμου εξ αιτίας ενός παλαιού φίλου του και άλλοτε ομοφρόνου του Μανιχαίου, Φαύστου.
Ο Φαύστος προσέβαλλε την αυθεντικότητα της Παλαιάς Διαθήκης και αρνιόταν ιδιαίτερα τας διηγήσεις περί πολέμου που περιέχει, ιδίως δε τας διηγήσεις περί των πολέμων του Μωυσέως, τους οποίους δεν ήτο δυνατόν να δικαιολογήσει άλλως αφού φρονούσε ότι ο πόλεμος είναι πράξις εγκληματική.
Απαντώντας εις τον Φαύστον ο Αυγουστίνος κάνει διάκριση μεταξύ πολέμων αδίκων, που κινούνται από φιλοδοξία και πολέμων δικαίων διατασσόμενων από τον Θεό ή παρά της νομίμου πολιτικής αρχής προς τιμωρία της αδικίας ή προς επανόρθωση ενός μεγάλου αδικήματος.
Λέγει ότι το να τολμούμε να μέμφουμε τον Θεό διότι διέταξε τον πόλεμο ή να αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι ο δίκαιος και αγαθός Θεός επέταξε τον πόλεμο αυτό είναι γνώρισμα ανθρώπου ανικάνου να κατανοήσει την ενέργειαν της Θείας Προνοίας.
Αλλού ο Αυγουστίνος αντιμετωπίζει τον πόλεμο από γενικότερη άποψη.
Χωρίς αμφιβολία, λέγει ο Αυγουστίνος, ο πόλεμος είναι φοβερή μάστιγα αλλά μάστιγα υπό την Θεία Πρόνοια, μάστιγα την οποία ο Θεός καταφέρει είτε προς ηθικοποίησην των διεφθαρμένων κοινωνιών και προς τιμωρία των αμαρτωλών, είτε προς δοκιμασία των δικαίων. Επομένως ο πόλεμος δεν είναι πάντοτε κακός, κακός αποβαίνει εάν ενεργηθεί άνευ δικαίας αιτίας ή εάν υπάρξουν εις αυτόν υπερβολές.
Για αυτό ο στρατιώτης επί τη διαταγή των αξιωματικών δύναται και οφείλει να κτυπήσει κατά του εχθρού άνευ δισταγμού ή τύψεων συνειδήσεως.
Κάνοντας αυτό δεν παραβαίνει την εντολή ου φονεύσεις γιατί είναι εκτελεστής δικαίας αποφάσεως, απεναντίας εάν φερόταν με άλλο τρόπο θα ήταν ένοχος παραβάσεως καθήκοντος.
Ενώ ο Αυγουστίνος εκφράζει μια θέση επιδοκιμασίας του αμυντικού πολέμου που είναι σύμφωνος με την Αγίαν Γραφήν, στιγματίζει τους κατακτητικούς πολέμους τους οποίους χαρακτηρίζει ως ληστρικούς και ακόμη πιο πολύ αποδοκιμάζει τον εμφύλιο πόλεμο.
Η Α’ εν Νικαία Σύνοδος με τον 12 ον κανόνα της επιβάλλει αυστηρόν επιτίμιον εις τους εκ των Χριστιανών επανερχομένους εις τον στρατόν και φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι απαγορεύει εις τους Χριστιανούς την στρατιωτικήν υπηρεσίαν ως κάτι ασυμβίβαστο με την Χριστιανικήν διδαχήν.
Η Εκκλησιαστική ποινή όμως αυτή αναφέρετε όχι στην πράξη αλλά στα ελατήρια αυτής.
Οἱ δὲ προσκληθέντες μὲν ὑπὸ τῆς χάριτος, καὶ τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐνδειξάμενοι, καὶ ἀποθέμενοι τὰς ζώνας, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τὸν οἰκεῖον ἔμετον ἀναδραμόντες, ὡς κύνες, ὡς τινάς καὶ ἀργύρια προέσθαι, καὶ βενεφικίοις κατορθῶσαι τὸ ἀναστρατεύσασθαι· οὗτοι δέκα ἔτη ὑποπιπτέτωσαν, μετὰ τὸν τῆς τριετοῦς ἀκροάσεως χρόνον
Οι περί ων ο λόγος Χριστιανοί αποστρατεύτηκαν εκουσίως αποφασισμένοι να δεχθούν το Χριστιανικόν μαρτύριον αλλά μεταμελήθησαν, μετά δε την άρνησην της πίστεως ενήργησαν δια προσφοράς αργυρίων και δώρων ώστε να επανέλθουν εις την πρότερη κατάστασην, δηλαδή να επανέλθουν εις το στράτευμα.
Όσοι λοιπόν έφυγαν από το στράτευμα αλλά μετά αρνήθησαν την πίστην και επανήλθαν εις τον στρατόν τιμωρούνταν με τον εν προκειμένω κανόνα της Εκκλησίας με το δεκαετές επιτίμιο των υποπιπτόντων και βγαίνουν από τον Ναό μαζί με τους Κατηχουμένους.
Επί τρία έτη θα υπάγονται εις την τάξιν των ακροωμένων και επί δέκα έτη εις την τάξιν των υποπιπτώντων.
Έτσι αυτός ο κανόνας τιμωρεί την πτώσην, δηλαδή την άρνησην της πίστεως, και όχι την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, την οποία βλέπουμε ότι δεν μπορούσαν οι Αρχιερείς να απαγορεύσουν χωρίς να έλθουν εις αντίθεσην με το πνεύμα της Ευαγγελικής διδασκαλίας.
Το συμπέρασμα ότι η αρχαία Εκκλησία δεν αποδοκιμάζει ούτε τον πόλεμον, ούτε την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, αποδεικνύεται τρανώς και από τας Λειτουργίας αλλά και τους ύμνους της.
Τι δε άλλον είναι ο Ακάθιστος Ύμνος ειμή η συγκινητικοτέρα έκφρασις της τιμής, της αινέσεως και της ευγνωμοσύνης της Εκκλησίας προς την Θεοτόκον ως προς την υπέρμαχον Στρατηγόν και προστάτιδα αυτής ταύτης της Εκκλησίας και του Έθνους ημών; Όχι μόνον η αρχαία Εκκλησία και ημείς, αλλά και η Γραφή υμνεί και πλέκει το εγκώμιον όσων ηγωνίσθησαν υπέρ της δικαιοσύνης του Κυρίου. Εβρ.11,34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων·
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εν τω αγώνι αυτού κατά του Μαξεντίου καθιέρωνε το εξ’ οράματος πολύκροτον λάβαρον, Χ-Ρ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ, ως στρατιωτικήν σημαίαν, απεκάλυπτε την Θείαν βουλήν περί αναγκαίων πολέμων και εις την περίοδον της Καινής Διαθήκης. Το συνταρακτικόν εκείνον όραμα ήτο το αίτιον αλλαγής του Κωνσταντίνου, ο δε Μαξέντιος είς τα ύδατα κατεβυθίσθει ως άλλος Φαραώ και επνίγει.
Ο Λακτάντιος ανεγνώρισεν την Θεϊκήν βοήθειαν και απέδωσε τας νίκας του Κωνσταντίνου εις αυτήν, εννοών ότι η προτέρα γνώμην του ήτο εκτός πνεύματος της Εκκλησιαστικής διδασκαλίας.
Εις το περιστατικόν του εκατοντάρχου ο Κύριος τον εγκωμιάζει μεγάλως για την μεγάλη πίστη του η οποία μάλιστα είναι υπεράνω ολοκλήρου του Ισραήλ. Λουκ.7,9 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.
Το επάγγελμα του δεν τον εμπόδιζε να έχει αυτή την μεγάλη πίστη ούτε ο Χριστός τον προτρέπει να αφήσει το επάγγελμα του στρατιωτικού.
Άλλος εκατόνταρχος, ο Κορνήλιος, ο οποίος, αν και ήτο στρατιωτικός, η Γραφή τον αποκαλεί ευσεβή. Ἀνὴρ δέ τις ἐν Καισαρείᾳ ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. Πραξ. 10,1-2
Δεν θα ήτο δυνατόν να αποκαλεστεί έτσι εάν είχε ένα μεγάλο κώλυμα όπως η στρατιωτική υπηρεσία. Αντιθέτως η Γραφή αποκαλεί ευσεβή τον Κορνήλιο και ευσεβή τον στρατιώτη που στέλνει ο Κορνήλιος εις την Ιόππην.
Είδες άραγε αναγνώστα πολλούς που δεν το άξιζαν να τους αποκαλεί η Γραφή ευσεβείς ; Καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη τιμή είναι αυτή ;
Θα αποκαλούσε ποτέ ευσεβή ο Θεός έναν που καταπατεί τις εντολές ;
Φωνήσας δύο τῶν οἰκετῶν αὐτοῦ καὶ στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων αὐτῷ.
Η στρατιωτική υπηρεσία δεν εμποδίζει Κορνήλιο και τον στρατιώτη από το να είναι ευσεβείς, ούτε τον απόστολο να βαπτίσει τον Κορνήλιο και αυτό δηλώνει περίτρανα ότι η Γραφή δεν απορρίπτει την στρατιωτικήν υπηρεσίαν και κατ’ επέκτασην τον στρατόν και πως θα μπορούσε άλλωστε αφού είναι έκδικος Θεού.
Από τοιούτων Ευαγγελικών ιδεών ορμωμένη η Εκκλησία εδέχετο ως νόμιμον το καθεστώς της στρατιωτικής υπηρεσίας, εφ’ ης εστηρίζετο η προστασία και η άμυνα του Κράτους.
Η Εκκλησία λοιπόν δεν εφρόνει ότι το στρατιωτικόν στάδιον ήτο αμαρτωλόν έργον ούτως ώστε ο στρατιώτης να μην είναι δυνατόν να αποκαλεσθεί ευσεβής, να βαπτισθεί Χριστιανός ή αργότερα να διαπρέψει ως Άγιος.
Δια τούτο δεν είναι ολίγοι οι Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας οι προερχόμενοι εκ του στρατού, και δη και των βαθμούχων αυτού, ως ο Άγιος Μηνάς ο οποίος εορτάζει σήμερον 11η Νοεμβρίου.
Εις την περίπτωσην του δεσμοφύλακος, ο οποίος ήτο στρατιωτικός, ο Απόστολος προτρέπει τον δεσμοφύλακα να βαπτισθεί και να σωθεί. Αυτός βαπτίζεται με όλο τον οίκο του, όμως ούτε προτρέπεται από τους αποστόλους, ούτε εγκαταλείπει την στρατιωτική υπηρεσία του μετά το βάπτισμα και συνεχίζει ενώ είναι πια Χριστιανός να είναι υπό τα διαταγάς των στρατηγών όπως μαρτυρεί η Γραφή.
Ἡμέρας δὲ γενομένης ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ῥαβδούχους λέγοντες· ἀπόλυσον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ἀπήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Παῦλον, ὅτι ἀπεστάλκασιν οἱ στρατηγοὶ ἵνα ἀπολυθῆτε νῦν οὖν ἐξελθόντες πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ.
Ο Παύλος όμως απαντά: δείραντες ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ἀνθρώπους Ρωμαίους ὑπάρχοντας, ἔβαλον εἰς φυλακήν καὶ νῦν λάθρᾳ ἡμᾶς ἐκβάλλουσιν; οὐ γάρ, ἀλλὰ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ἐξαγαγέτωσαν.
Διατί το πράττει αυτό ο Παύλος; Μήπως θίχτηκε το εγώ του; Όχι αλλά κοίταξε πως τους κηρύττει τις εντολές του Χριστού. Απαιτεί να έλθουν οι ίδιοι οι στρατηγοί να τον ελευθερώσουν ώστε με αυτό να καταλάβουν ότι επέβαλαν άδικες και αδικαιολόγητες ποινές και έτσι τους διδάσκει ότι δίδασκε πριν από αυτόν ο Ιωάννης στους στρατιώτες, ότι δηλαδή πρέπει να είναι δίκαιοι και τίμιοι.
Τους κηρύττει τον λόγο του Θεού μέσω του ελέγχου την αδικίας τους, αλλά πουθενά δεν τους ελέγχει διότι είναι στην στρατιωτική υπηρεσία. Έχει άδικον λοιπόν ο Τερτυλλιανός που είπε ότι οι εντολές αυτές του Βαπτιστού δόθηκαν πριν την Χάρη.
Αυτή είναι η διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Ούτως εδίδασκαν οι απόστολοι και οι συνεχιστές τους διότι ούτως εδίδασκε ο Χριστός αφού εκείνος ήταν που είπε Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι και βλέπουμε καθαρά το ότι ο Χριστός δεν μας λέγει ότι η κοσμική εξουσία είναι απορριπτέα και η οποία κοσμική εξουσία θα καλέσει ενίοτε και εις πόλεμον ως διάκονος Θεού.
Ας δούμε και το παράδειγμα του αποστόλου των Εθνών ο οποίος δεν απεμπολεί άκριτα τα δικαιώματα του και την αξιοπρέπεια του, ούτε απορρίπτει την κοσμική εξουσία αλλά λέγει εἰ μὲν γὰρ ἀδικῶ καὶ ἄξιον θανάτου πέπραχά τι, οὐ παραιτοῦμαι τὸ ἀποθανεῖν· εἰ δὲ οὐδέν ἐστιν ὧν οὗτοι κατηγοροῦσί μου, οὐδείς με δύναται αὐτοῖς χαρίσασθαι· Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.
Δηλαδή, αν αδικώ και έχω διαπράξει κάτι άξιο της θανατικής ποινής δεν αρνούμαι να καταδικαστώ σε θάνατο. Αν όμως τίποτα δεν είναι αληθινό από εκείνα που αυτοί με κατηγορούν κανείς δεν έχει την εξουσία να με χαρίσει για να με θανατώσουν.
Κάνω έφεση στον Καίσαρα και ζητώ να δικαστώ ενώπιον του.
Δεν δέχεται ο απόστολος την επικράτησην της αδικίας ώστε το κακό να ευημερήσει.
Αλλού ο ουρανοβάμων Παύλος παρατηρεί ότι εις τινάς περιπτώσεις αδύνατον εστί το ειρηνεύειν, εἰ δυνατόν, λέγει, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες.
Ο Κύριος όταν στον οίκο του Αρχιερέως εις άξεστος υπηρέτης τον ράπισε αδίκως, δεν έστρεψε και την άλλην σιαγόναν αλλά ελέγχει τον υπηρέτη ζητώντας του τον λόγο.
Εις άλλη περίπτωσην δεν διστάζει να εκδιώξει βιαίως, με το μαστίγιο που έφτιαξε ο ίδιος, τους εμπόρους από τον Ναό αφού η ειρήνη και η πραότητα δεν σημαίνει απάθεια εμπρός στο κακό και άκριτη απεμπόληση του δικαίου.
Εις δε την Αποκάλυψην, εμφανίζεται ως πολεμιστής καθήμενος επί λευκού ίππου και εκ του στόματός του εκπορεύεται ρομφαία δίστομος οξεία (δηλαδή κοφτερό δίκοπο σπαθί).
Η παγκόσμιος ειρήνη θα είναι καρπός της τηρήσεως των Χριστιανικών εντολών εκ μέρους όλων των ανθρώπων και όχι καρπός της άνευ διακρίσεως υποχωρητικότητος μερικών. Ως εκ τούτου η πλήρης επικράτησή της πραγματικής ειρήνης επί της Γης θα γινόταν εάν δέχονταν όλοι την διδασκαλία του Κυρίου.
Χωρίς τους νόμους και την απόδοση του δικαίου η κοινωνία μετατρέπεται εις ζούγκλαν εις την οποίαν επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και το άδικον, ενώ όσο περνά ο καιρός θα διαστέλλεται η αδικία, και ο άδικος έχοντας κατά νου την υποχωρητικότητα θα επιδράμει με μεγαλύτερη αρπακτική βουλιμία.
Ο Χριστός δεν καταργεί στρατό και αστυνομία, ούτε καταδικάζει την απόδοση δικαιοσύνης και την τιμωρία των ενόχων, ειδάλλως εάν το έκανε εισάγει τον νόμο της αναρχίας, αλλά διδάσκει την κατάργηση της αυτοδικίας και το πνεύμα εκδικήσεως.
Μια ερμηνεία του μηνύματος της αγάπης του Ευαγγελίου ως διδαχή, υποχωρητικότητος, καταργήσεως των θεσμών της ευνομούμενης πολιτείας, μη διώξεως των ενόχων, ακρίτου απεμπολήσεως του δικαίου, δεν είναι ερμηνεία του μηνύματος αγάπης του Ιησού αλλά μεγίστη παρερμηνεία.

Ομιλία Σεβασμιώτατου Χρύσανθου με την συμμετοχή ενός άλλου.
Ο Θεός θέλησε να την εκφωνήσει ξανά ακριβώς 100 έτη μετά, θα δούμε τι άλλο μπορεί να ειπωθεί.
Φρόντισε και για φωτό είναι στο «ποιοί είμαστε» κάντε κλικ εκεί.

panoszero

 Χριστιανισμός και πόλεμος. Πότε είναι ανεκτός ο πόλεμος στη Χριστιανική πίστη;

Πατήρ Γεώργιος Μούλτος

Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη εκπομπή από το ραδιόφωνο της Πειραϊκής Εκκλησίας. Σειρά αντιαιρετικών εκπομπών με τον Π. Γεώργιο Μούλτο.

Πρώτη μετάδοση: 26 Οκτωβρίου 2008.

Βρισκόμαστε ενόψει της Εθνικής Εορτής και παρατηρούμε ότι η Εκκλησία τη συνδυάζει με μια γιορτή της Παναγίας την εορτή της Αγίας Σκέπης που θυμίζει την προστασία της Θεοτόκου στο λαό μας στις δύσκολες ώρες των εχθρικών επιδρομών.

Στις εθνικές εορτές που θυμίζουν τους αμυντικούς πολέμους του έθνους μας παρατηρούμε ότι συνδυάζονται με επίσημες δοξολογίες και με προσευχή. Αυτοί οι συνδυασμοί εκφράζουν την αλήθεια ότι η Εκκλησία ευλογεί τους δικαίους και αμυντικούς πολέμους. Άλλωστε όπως λέει και ο στίχος «τη σημαία του 21’ κρατάει ένας δεσπότης». Είναι επίσης γνωστό ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος στον κρίσιμο εκείνο πόλεμο μετά από τον οποίο έγινε μονοκράτορας πολέμησε με το λάβαρο, το οποίο είχε επάνω το Σταυρό και τη φράση «Εν τούτω Νίκα».

Αυτή η αλήθεια ότι δηλαδή η Εκκλησία ευλογεί τους δικαίους και αμυντικούς πολέμους, δίνει λαβή στους αιρετικούς και μάλιστα στους μάρτυρες του Ιεχωβά, να λένε ότι η Εκκλησία ευλογεί τους πολέμους και τους φόνους και ότι έρχεται σε αντίθεση με τη φωνή του Θεού που εντέλλεται: «ου φονεύσεις», και με τη φωνή του Ευαγγελίου που λέει: «αγαπάτε τους εχθροὺς υμών». Οι αιρετικοί λοιπόν, συμμορφούμενοι τάχα με το λόγο του Θεού αρνούνται να πάρουν όπλο, εμφανίζονται σαν ειρηνιστές ενώ εμάς μας λένε φιλοπόλεμους.

Όλα ετούτα είναι υποκριτικά και αυτό φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα ενός περιοδικού που εκδίδουν, το περιοδικό «Ξύπνα». Σ’ ένα άρθρο γράφουν: «Πρέπει να υπερασπίζεστε τον εαυτό σας; Ποιά είναι η άποψη της βίβλου; Από Γραφική άποψη αυτός που ενεργεί για να αμυνθεί, δεν θα ήταν ένοχος αίματος. Άρα μερικοί χριστιανοί μάρτυρες του Ιεχωβά μπορεί να διερωτώνται αν θα έπρεπε να οπλιστούν για να είναι έτοιμοι για μια πιθανή επίθεση. …Άρα η Αγία Γραφή δίνει σε ένα άτομο το δικαίωμα να υπερασπίζεται τον εαυτό του ή να υπερασπίζει άλλους έναντι σωματικής βλάβης». Ενώ λοιπόν για την υπεράσπιση της περιουσίας ή του εαυτού τους λένε ότι μπορούν να έχουν ένα όπλο, για την υπεράσπιση της πατρίδας λένε ότι απαγορεύεται ο φόνος.

Ποιά είναι η αλήθεια λοιπόν στο θέμα αυτό; Έχει επίκαιρο ενδιαφέρον στις μέρες μας, τώρα που η ανθρωπότητα πάντα ζει κάτω από τη σκιά της απειλής κάποιου πυρηνικού ολοκαυτώματος να ανατρέξουμε στο λόγο του Θεού για να βρούμε τις απαντήσεις. Ανοίγουμε πρώτα την Παλαιά Διαθήκη, την οποία ο Θεός δεν κατέλυσε αλλά «επλήρωσε». «Ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλὰ πληρώσαι» λέει ο Κύριος.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Δευτερονομίου ότι όταν οι Ισραηλίτες έφτασαν στη γη της επαγγελίας, ο Θεός τους έδωσε την εντολή να χρησιμοποιήσουν πρώτα ειρηνικά μέσα προς τους κατοίκους, όμως, όπως λέει στο 20ο κεφάλαιο και στους στίχους 10 ως 13: «εαν δε μη υπακούσωσί σοι και ποιώσι προς σε πόλεμον», δηλαδή εάν δεν δεχτούν τα ειρηνικά μέσα τότε να πολιορκήσεις τη γη, να επιμείνεις πολεμώντας μέχρι να την παραδώσει ο Κύριος στα χέρια σου και τότε θα φονεύσεις κάθε άνδρα σε αυτό το μέρος. Αυτά τα λέει το Δευτερονόμιο. Ο ίδιος Θεός που είπε: «οὐ φονεύσεις», εδώ δίνει εντολή στους Ισραηλίτες να φονεύσουν όλους τους εχθρούς. Διαβάζουμε ακόμη ότι ένας από τους πατριάρχες, δηλαδή τους γενάρχες του ισραηλιτικού λαού, ο δίκαιος Αβραάμ, σε κάποια περίπτωση για να ελευθερώσει τον ανηψιό του τον Λωτ, επέπεσε με 318 δικούς του ανθρώπους κατά των εχθρών και τους κατέκοψε, όπως λέει στη Γένεση στο 14ο κεφάλαιο.

Στα βιβλία των Βασιλειών της Παλαιάς Διαθήκης διαβάζουμε ότι στην εποχή που έζησε ο Σαούλ, που ήταν ο πρώτος βασιλιάς των Ισραηλιτών και ο Σαμουήλ ο επίσης προφήτης, έγινε παντελής αφανισμός των Αμαληκιτών, που ήταν ένας πολεμοχαρής λαός. Αφανίστηκαν όλοι από ανθρώπου έως κτήνους. Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε ότι ο προφήτης Ηλίας μετά από εκείνη την προσευχή που έγινε πάνω στο Καρμήλιον όρος, όταν ο Θεός έριξε φωτιά και έκαψε το σφάγειο που ήταν επάνω στο βωμό, τότε προς τιμωρία κατέκοψε όλους τους ιερείς της αισχύνης, κατά εκατοντάδες. Ακόμη στα βιβλία των Αριθμών και Δευτερονομίου διαβάζουμε για πολλούς πολέμους που έκαναν οι Ισραηλίτες που ήταν την εποχή εκείνη ο περιούσιος λαός, ο ευλογημένος λαός του Θεού, πολέμους που τους έκαναν από την περίοδο του Μωυσή και του Ιησού του Ναυή μέχρι την εποχή των Κριτών και των Βασιλέων, όπως του βασιλιά Δαυίδ, για τον οποίο ο Θεός είπε: «εύρον Δαυῒδ τον του Ιεσσαί, άνδρα κατὰ την καρδίαν μου». Ο Δαυίδ ήταν ευάρεστος στο Θεό, παρόλο που είχε κάνει πολλούς πολέμους. Είχε πολεμήσει ο Δαυίδ ακόμη και εναντίον ομογενών, όπως έγινε όταν κήρυξε επανάσταση ο γιός του ο Αβεσσαλώμ. Τέλος, για το θέμα του πολέμου στο βιβλίο της Εξόδου (17ο κεφ.) γίνεται αναφορά στη νίκη των Ισραηλιτών κατά των Αμαληκιτών, η οποία έγινε καθώς ο Μωυσής προσευχόταν με υψωμένα σταυροειδώς τα χέρια του και με κίνδυνο της ζωής του για να στέψει ο Θεός τον αγώνα των Ισραηλιτών με τη νίκη.

Τα παραδείγματα που αναφέραμε από την Παλαιά Διαθήκη σημαίνουν ότι ο Θεός θέλει τους πολέμους και τα αίματα; Η απάντηση είναι φυσικά όχι. Αυτά τα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης να ερμηνευτούν οικονομικώς. Ο Ισραηλιτικός λαός ήταν τότε ο μόνος που είχε την αληθινή πίστη. Έπρεπε όμως να επιβιώσει μέχρι να έρθει ο Μεσσίας κι αυτό ήταν δύσκολο γιατί οι Ισραηλίτες ήταν ολιγάριθμοι και γύρω τους υπήρχαν πολλοί πολεμοχαρείς λαοί. Ο Θεός λοιπόν κατ’ οικονομίαν έγινε προστάτης των Ισραηλιτών και πολεμούσε για λογαριασμό τους. Άρα στην περίοδο την προχριστιανική ο Θεός ανέχθηκε τον πόλεμο με απώτερο σκοπό να έρθει η ειρήνη. Αυτός ο απώτερος σκοπός φαίνεται σε μια προφητεία του Ησαΐα που λέει: «Κύριε ειρήνη δος ημίν», δηλαδή ας σταματήσουν οι πόλεμοι, δώσε μας την ειρήνη, «Κύριε κτίσε ημάς, εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν», δεν γνωρίζουμε άλλον από εσένα, «το όνομά Σου ονομάζομεν», Εσένα πιστεύουμε και Εσένα ομολογούμε.

Με αφορμή την επέτειο του 1940 και ως προς το θέμα του πολέμου ας δούμε τί μας λέει και η Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη είναι η περίοδος από την σάρκωση του Κυρίου μας και μετά, περίοδος κατά την οποία ήρθε η πολυπόθητη ειρήνη που λαχταρούσαν στην Παλαιά Διαθήκη. Το μήνυμα για τον ερχομό της ειρήνης ακούστηκε τη νύχτα της Γεννήσεως του Σωτήρα. Οι Άγγελοι έλεγαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επὶ γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Επίσης, ο Κύριος συχνά έλεγε σαν χαιρετισμό το: «Ειρήνη υμίν». Στη Γεσθημανή δε, όταν πήγε ο όχλος να τον συλλάβει και ο Πέτρος τράβηξε το μαχαίρι για να τον υπερασπιστεί ο Κύριος του είπε να βάλλει το μαχαίρι στη θέση του γιατί: «Πας ο μαχαίραν χρώμενος εν μαχαίρα απολείται». Τον εμπόδισε να χρησιμοποιήσει βία και συμπλήρωσε λέγοντας: «Ηδυνάμην πλείους, ή δώδεκα λεγεώνας παραστήσαι Αγγέλων», δηλαδή αν ήθελα να χρησιμοποιήσω βία θα μπορούσα να έχω εδώ αναρίθμητους αγγέλους να με υπερασπιστούν.

Η διδασκαλία του Κυρίου γενικότερα είναι διδασκαλία αγάπης και ανεξικακίας. Ο Κύριος έλεγε ότι αντίθετα προς το πνεύμα το προχριστιανικό που έλεγε το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και «οδόντα αντί οδόντος», αφού συμπλήρωσε το νόμο το Μωσαϊκό, πρόσταξε ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να αντιστέκονται στον πονηρό. «Αλλ’ όστις σε ραπίζει εις την δεξιὰν σιαγόνα σου, στρέψον αυτώ και την άλλην». Επίσης, ο Κύριος συμβούλευε: «Αγαπάτε τους εχθροὺς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς». Όταν δίδαξε τί να λέμε στην προσευχή μας, δίδαξε την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών» μια φράση του οποίου είναι «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν…», δηλαδή συγχώρησε εκείνους που μας βλάπτουν όπως και εμείς συγχωρούμε. Σημαίνουν όλα αυτά ότι ο Χριστός δίδαξε την κατάργηση κάθε βίας και εξουσίας; Αν είναι έτσι πώς μπορεί να σταθεί το κράτος που στηρίζεται στη δύναμη και την πολιτική εξουσία; Άραγε ήθελε ο Χριστός τα χριστιανικά έθνη να σταυρώνουν τα χέρια έναντι των επιδρομέων που δεν σέβονται τίποτα; Για να απαντήσουμε σωστά και όχι επιπόλαια, όπως κάνουν οι αιρετικοί, οι οποίοι παριστάνουν τους ειρηνιστές, πρέπει να δούμε γενικότερα τη διδασκαλία του Κυρίου. Αυτά τα παραδείγματα που αναφέραμε από την Καινή Διαθήκη είναι μια όψη της διδασκαλίας Του. Διαβάζοντας όμως ολόκληρη την Καινή Διαθήκη παρατηρούμε ότι η αγάπη που κήρυξε ο Κύριος συμβαδίζει με μια άλλη διδασκαλία Του, εκείνη περί της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη είναι απόρροια της αγάπης. Η αγάπη συχνά επιβάλλει ποινή και τιμωρία χάριν σωφρονισμού και επανορθώσεως των παρεκτρεπομένων.

Ας αναφέρουμε κάποια σχετικά παραδείγματα. Θυμηθείτε την παραβολή εκείνου του δούλου που χρώσταγε μύρια τάλαντα. Τον συγχώρεσε ο κύριός του γι’ αυτό που χρώσταγε, όταν όμως είδε την αχαριστία του, αφού έπιασε τον άλλο σύνδουλό του και τον έβαλε φυλακή για ένα ευτελές ποσό, τότε είπε να τον παραδώσουν στους βασανιστές και να τον βάλλουν στη φυλακή. Βλέπουμε δηλαδή σε αυτήν την παραβολή ότι η αγάπη και η ανοχή του Θεού παραχωρούν κάποτε τη θέση τους στην ποινή και την τιμωρία, δηλαδή στη δικαιοσύνη. Το ίδιο βλέπουμε και σε μια άλλη παραβολή, εκείνη των κακών εργατών του αμπελώνος που αναφέρεται στο 21ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Εκείνοι οι κακοί γεωργοί, όταν τους έστελνε το αφεντικό τους δικούς του ανθρώπους να πάρουν τους καρπούς, τους έδερναν, τους σκότωναν, ως και που σκότωσαν και τον γιό του. Ρωτάει, λοιπόν, ο Κύριος λέγοντας την παραβολή, ποιά θα πρέπει να είναι η τιμωρία αυτών των κακών δούλων. Του απάντησαν οι ακροατές: «κακοὺς κακώς απολέσει αυτούς και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς» και ο Κύριος συμφώνησε με αυτό. Τους κακούς γεωργούς έπρεπε να τους τιμωρήσει. Το ίδιο βλέπουμε και στην παραβολή των ταλάντων, όπου ο Κύριος τον ράθυμο δούλο, ο οποίος είχε κρύψει το τάλαντο και το παρέδωσε ως είχε στο αφεντικό του όταν γύρισε, διέταξε να τον βγάλουν έξω στο «πυρ το εξώτερον».

Ας πούμε μερικά ακόμη παραδείγματα από την Καινή Διαθήκη. Ο ίδιος ο Κύριος είχε πει όταν κάποιος σε ραπίσει στη μια σιαγόνα να γυρίσεις και την άλλη. Όταν Τον χαστούκισαν κατά τη σύλληψή Του και κατά την ανάκριση στο σπίτι του αρχιερέως, ο Κύριος δεν έστρεψε και το άλλο μάγουλο στο ράπισμα αλλά ζήτησε το λόγο. Είπε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περι του κακού· ει δε καλώς, τί με δέρεις»; Το γεγονός αυτό μας βοηθάει να καταλάβουμε σωστότερα τί εννοούσε ο Κύριος να γυρίσουμε και το άλλο μάγουλο.

Στους υποκριτές επίσης γραμματείς και φαρισαίους, ενώ ο Κύριος ήταν ο κήρυκας της αγάπης, μίλησε με πολύ αυστηρή γλώσσα και με ιερή αγανάκτηση. Ας θυμηθούμε εκείνα τα φοβερά «Ουαί», τα οποία εκτόξευσε εναντίον τους. Τους ονόμασε υποκριτές και χρησιμοποίησε βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον τους, τους είπε όφεις, γεννήματα εχιδνών.

Σε άλλη περίπτωση ο Κύριος, όπως είπε στο 10ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου: «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επὶ την γήν· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλὰ μάχαιραν», δεν ήλθα να φέρω ειρήνη στον κόσμο αλλά μάχαιρα. Υπάρχουν δηλαδή στιγμές κατά τις οποίες το κακό πρέπει να παταχθεί. Και να παταχθεί με τη δύναμη. Σε άλλη παραβολή Του ο Κύριος, σε αυτήν του κακού ποιμένος, λέει ότι ο κακός ποιμένας βλέπει το λύκο να έρχεται και αφήνει τα πρόβατα και φεύγει. Κάτι τέτοιο το καυτηριάζει ο Κύριος γιατί όταν τα πρόβατα κινδυνεύουν εμείς έχουμε υποχρέωση να τα προστατέψουμε και όχι να τα εγκαταλείπουμε. Άρα σε καιρό επιδρομής πολεμοχαρών ανθρώπων έχουμε καθήκον να μην αφήσουμε τους αμάχους να τους σκοτώσουν, να τους βιάσουν, να τους αφανίσουν αλλά είναι ανάγκη να αμυνθούμε και να πολεμήσουμε εναντίον των λύκων. Επίσης, ας θυμηθούμε και την περίπτωση που ο γλυκύς και πράος Ιησούς που έλεγε: «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί· και ταπεινὸς τη καρδία» υπήρξε στιγμή που μπροστά στην ασέβεια και την ιεροκαπηλία, πήρε φραγγέλιο. Πήρε ένα σχοινί, το έκανε μαστίγιο και άρχισε να χτυπάει τους εμπόρους εκεί στο ναό, να ανατρέπει τα τραπέζια τους και να τους λέει ότι έκαναν το ναό του Θεού οίκο εμπορίου. Ακόμη, όταν ο Κύριος πλησίαζε στο πάθος Του και είδε την Ιερουσαλήμ είπε εκείνα τα λόγια που δείχνουν φιλοπατρία και πατριωτισμό. «Ιερουσαλὴμ Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτὴν, ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου, ον τρόπον όρνις επισυνάγει τα νοσσία αυτής υπὸ τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε». Πόσες φορές δεν θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου και να τα προστατέψω όπως η όρνιθα βάζει τα κοτόπουλα κάτω από τα φτερά της, αλλά δεν θελήσατε.

Την ίδια θέση τηρούν και οι άγιοι σε αυτά τα θέματα. Όταν πήγαν κάποιοι στρατιωτικοί στον Ιωάννη τον Πρόδρομο για να γίνουν μαθητές του και του είπαν τί να κάνουμε, εκείνος δεν τους είπε αφήστε τη δουλειά σας, αφήστε τα όπλα σας, αφήστε τα στρατιωτικά σας καθήκοντα αλλά τους είπε: «Μηδέν ποιείτε παρά των διατεταγμένων και αρκείσθε τοις οψωνίοις ημών», να μην κάνετε δηλαδή, καταχρήσεις, να μην πιέζετε τους ανθρώπους για να τους αρπάζετε χρήματα, να αρκείσθε στον μισθό σας. Επίσης, έχουμε λόγια της Αγίας Γραφής που είναι επαινετικά για ανθρώπους που ήταν στρατιωτικοί, ήταν άνθρωποι της εξουσίας και των όπλων. Ο Χριστός σε όλη την Καινή Διαθήκη δύο μόνο περιπτώσεις αναφέρει στις οποίες επαίνεσε κάποιους ανθρώπους. Η μια από αυτές τις περιπτώσεις ήταν ο έπαινός Του προς έναν εκατόνταρχο, ο οποίος έδειξε μια υψηλού επιπέδου πίστη και είπε ο Κύριος ότι τέτοια πίστη δεν βρήκα ούτε στους Ισραηλίτες. Αυτός ο εκατόνταρχος ήταν Ρωμαίος, ήταν στρατιωτικός. Το ίδιο βλέπουμε στην περίπτωση του Κορνηλίου του εκατοντάρχου που και αυτός επαινέθηκε από το Θεό.

Ακόμη, μας λέει ο Απόστολος Παύλος ότι ο πολιτικός άρχοντας «ου γαρ εική την μάχαιραν φορεί, Θεού γαρ διάκονος εστί». (Ρωμαίους Επιστολή). Δηλαδή δεν φορά τα όπλα του άσκοπα, αλλά διακονεί τον Θεό. Επομένως, το να υπάρχουν όπλα και δύναμη και εξουσία είναι από το Θεό και άρα για να υπάρχουν αυτά επιτρέπεται η χρήση τους για σωστούς σκοπούς. Ο δε Απόστολος Πέτρος λέει στην Α’ Καθολική του Επιστολή στο 2ο κεφάλαιο: «υποτάγειτε ουν πάσι ανθρωπίνῃ κτίσει διά τον Κύριον», να είμαστε δηλαδή νομιμόφρονες και να υπακούμε στις εξουσίες.

Το συμπέρασμα λοιπόν από τα χωρία που αναφέραμε είναι ότι η πίστη η χριστιανική δεν είναι εναντίον των όπλων και της εξουσίας γενικά, αλλά σε αυτήν την παρούσα φάση του κόσμου, τα ανέχεται διότι δεν υπάρχει τελειότητα. Υπάρχουν όμως ελαττώματα και πάθη και αδυναμίες. Χρειάζεται, επομένως, να υπάρχει η απειλή του όπλου ώστε να περιορίζονται οι κακοί άνθρωποι. Παράλληλα, όμως το Ευαγγέλιο αγωνίζεται με μεθόδους πνευματικές και εσωτερικές να κόψει τα πάθη και τις κακίες από τις οποίες προέρχονται οι πόλεμοι, μέχρι να εξαλειφθούν οι πόλεμοι και να έρθει το τέλειο. Και με αυτή τη μέθοδο την πνευματική, πέτυχε η πίστη σπουδαιότατα αποτελέσματα. Έτσι καταργήθηκε η δουλεία. Καταργήθηκε με την πειθώ και τον λόγο. Υψώθηκε επίσης η θέση της γυναίκας, η οποία ήταν τραγική την εποχή του Κυρίου. Βελτιώθηκαν οι όροι εργασίας. Ανυψώθηκε το βιοτικό και πνευματικό επίπεδο της κοινωνίας. Εάν ο Κύριος κήρυττε αφοπλισμό πριν καθαρθούν οι καρδιές θα κήρυττε ένα πράγμα εντελώς ανεφάρμοστο.

Η χριστιανική πίστη λοιπόν θεωρεί στον παρόντα κόσμο τον πόλεμο και τη χρήση των όπλων προς άμυνα βέβαια, σαν ένα αναγκαίο κακό. Επομένως, όταν κινδυνεύουν τα αγαθά της ζωής, η τιμή, η ελευθερία, η πατρίδα και η οικογένεια, οφείλουμε σαν χριστιανοί να τα υπερασπιστούμε πολεμώντας και μέχρι θανάτου αν χρειαστεί. Ο Κύριος έλεγε: «Μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει ίνα τις θει την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού», δηλαδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να θυσιαστεί κανείς για αυτούς που αγαπάει. Επομένως, όταν θυσιαστεί κανείς στον πόλεμο για να υπερασπίσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους δικούς του είναι επαινετή πράξη. Εννοείται βέβαια ότι οι χριστιανοί πριν φτάσουν στη χρήση των όπλων οφείλουν να εξαντλήσουν κάθε ειρηνικό μέσο και μόνο σαν έσχατο όπλο να χρησιμοποιήσουν τον πόλεμο.

Ας δούμε τώρα πώς οι Άγιοι Πατέρες, στοιχιζόμενοι με την Αγία Γραφή και την λοιπή Ιερά Παράδοση, αντιμετωπίζουν το θέμα. Ο Μέγας Αθανάσιος λέει τα εξής: «Ενώ η αφαίρεση της ζωής του άλλου ανθρώπου βιαίως, δηλαδή ο φόνος, είναι καθ’ εαυτόν παράνομος, το να πεθάνεις στον πόλεμο, άρα και το να φονεύσεις τους εχθρούς, και ορθό είναι και νόμιμο είναι και αξιέπαινο». Άρα λοιπόν, όχι η στρατιωτική ιδιότητα, αλλά η κακία είναι που βλάπτει, η αποθηρίωση, το μίσος και η απανθρωπιά. Έχουμε επίσης, πολλούς αγίους, οι οποίοι υπήρξαν στρατιωτικοί, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος, οι Άγιοι Θεόδωροι ο Στρατηλάτης και ο Τήρων, ο Άγιος Μηνάς και άλλοι. Έχουμε περιπτώσεις αυτοκρατόρων, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος, οι οποίοι ενθαρρύνθηκαν στον αγώνα κατά των αντιπάλων από θείες οπτασίες. Είναι γνωστό το όραμα που είδε ο Μέγας Κωνσταντίνος την παραμονή της κρίσιμης μάχης. Μέσα στο καταμεσήμερο είδε στον ουρανό έναν φωτεινό σταυρό περικυκλωμένο από αστέρια και με τη φράση «Τούτῳ Νίκα», με αυτόν δηλαδή το σταυρό, να νικήσεις. Ο ίδιος ο Άγιος Κωνσταντίνος δίδαξε στους στρατιώτες του την εξής προσευχή: «Κύριε του ουρανού και της γης Εσένα μόνο αναγνωρίζουμε Θεό μας, Εσένα γνωρίζουμε βασιλιά μας, Εσένα επικαλούμαστε βοηθό, από Σένα αντλήσαμε τις νίκες, με τη βοήθειά Σου γίναμε ανώτεροι των εχθρών, σε Εσένα οφείλουμε τα αγαθά. Από Σένα περιμένουμε και τα μέλλοντα αγαθά. Εσένα παρακαλούμε όλοι τον βασιλιά μας Κωνσταντίνο και τα παιδιά του τα ευσεβή, να φυλάς και να μακροημερεύουν». Επίσης, είναι γνωστό από την ζωή της Εκκλησίας μας ότι, οι χριστιανοί της εποχής του Βυζαντίου απέδιδαν τις νίκες κατά των εχθρών στην Παναγία. Τον Ακάθιστο Ύμνο τον συνέθεσαν οι χριστιανοί μετά από εκείνη τη θαυματουργική προστασία της Βασιλεύουσας, της Κωνσταντινουπόλεως από την επιδρομή των Αβάρων.

Ακόμη, οι χριστιανοί επί τουρκοκρατίας θεωρούσαν ότι αρχηγός τους και επικεφαλής τους ήταν ένας κληρικός, ο Πατριάρχης. Όταν δε το 1821 κηρύχθηκε η Επανάσταση, οι Έλληνες που επαναστάτησαν, πολέμησαν «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Μάλιστα, οι ήρωες του ΄21 αντλούσαν δύναμη για τον αγώνα τους από την προσευχή και τη Θεία Μετάληψη. Αλλά και οι ήρωες του 1940 που τους θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη αυτές τις μέρες στη Μεγαλόχαρη απέδωσαν τη νίκη τους κατά των φασιστών Ιταλών, διότι είχαν προσβάλλει τη Θεοτόκο με τον τορπιλισμό της Έλλης μέσα στο λιμάνι της Τήνου.

Πάντως, να πούμε ότι παρόλο που η βίαιη αφαίρεση της ζωής που συμβαίνει στον πόλεμο, γίνεται ανεκτή από την Εκκλησία δεν παύει να φέρνει και κάποιο μολυσμό στον άνθρωπο και επειδή ο κλήρος εκπροσωπεί την πιστότερη εικόνα του ουρανίου Βασιλέως, γι’ αυτό και ο φόνος στον πόλεμο αποτελούσε ανέκαθεν κώλυμα για την είσοδο στον κλήρο. Στο βιβλίο των Παραλειπομένων αναφέρεται ότι ο βασιλιάς Δαυίδ, εμποδίστηκε να κτίσει ναό για τον Κύριο γιατί δεν ήταν τελείως αγνός λόγω των πολέμων. Κι όμως ο Δαυίδ ήταν αρεστός στο Θεό. Επίσης, κατά τους Βυζαντινούς χρόνους όταν ο βασιλεύς Φωκάς ζήτησε να συγκαταλέγονται στους μάρτυρες και αυτοί που πεθαίνουν για την πατρίδα, του αρνήθηκαν οι Πατέρες προβάλλοντας ένα κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου που έλεγε: «Τους φόνους στον πόλεμο οι Πατέρες μας δεν λογάριασαν για φόνους. Νομίζω έκαναν αυτή τη συγκατάβαση διότι αυτοί πολέμησαν για την σωφροσύνη και την ευσέβεια. Πάντως, καλό είναι να συμβουλεύουμε εκείνους που σκότωσαν στον πόλεμο να απέχουν κάποιο διάστημα από την Αγία Κοινωνία λόγω του ότι δεν είναι καθαρά τα χέρια τους.

Αδελφοί μου, ο πόλεμος είναι κακό πράγμα. Κανείς δεν αμφιβάλλει περί αυτού. Ο πόλεμος αποθηριώνει τον άνθρωπο, καταστρέφει τη ζωή και τα αγαθά της, χαλαρώνει τις ηθικές αξίες. Γι’ αυτό και βλέπουμε σε εποχές πολέμου μπορούν να συμβούν προδοσίες, μαυραγοριτισμός και άλλα παρόμοια. Οπότε διερωτώμεθα γιατί ο Θεός που είναι Πανάγαθος ανέχεται τον πόλεμο και τον επιτρέπει αφού χωρίς αμφιβολία είναι κάτι κακό;

Πρώτα, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Θεός δεν δημιουργεί τον πόλεμο. Αιτία του πολέμου είναι η διεστραμμένη ανθρώπινη φύση. Στην Καθολική Επιστολή του Ιακώβου, λέει: «Πόθεν εν ημίν πόλεμοι και μάχαι;», δηλαδή «από πού προέρχονται οι πόλεμοι και οι μάχες;», «ουχί εντεύθεν εκ των ηδονών ημών;», «δεν είναι από τις κακίες μας;» Ο Θεός όμως θα λέγαμε επωφελείται από τους πολέμους, τους χρησιμοποιεί για τις αιώνιες βουλές Του. Είναι αποδεδειγμένο ότι από άποψη συνόλου από ένα πόλεμο, ωφελείται η ανθρωπότητα παρά την καταστροφικότητά του. Καμιά μεγάλη σύρραξη που συνέβη δεν απέληξε τελικά κατά του πολιτισμού. Πολλές φορές από τους πολέμους και τις θλίψεις ανέβλυσε νέα ζωή, ανώτερη και ωραιότερη από την προηγούμενη, τόσο από πλευράς τεχνικού πολιτισμού, όσο και από πλευράς πνευματικής. Και αυτό γιατί υπό την πίεση του πολέμου το ανθρώπινο πνεύμα εντείνει τις δυνάμεις του για ανακάλυψη νέων τεχνικών μεθόδων, αλλά και για τη δημιουργία νέων ιδεωδών και για την εξόρμηση δημιουργίας μιας νέας ζωής μετά τον πόλεμο. Το κυριότερο είναι ότι ο Θεός χρησιμοποιεί τον πόλεμο σαν μέσο κρίσεως του κόσμου. Οι λαοί που έχουν φρόνηση, πίστη, ανδρεία επικρατούν εις βάρος αυτών που δεν έχουν αυτές τις αρετές και είναι λαοί άξιοι διαγραφής. Αυτό φυσικά είναι προς όφελος της ζωής. Με τον πόλεμο ο Θεός αποδίδει στον καθένα κατά τα έργα του. Τιμωρεί εκείνους που περιυβρίζουν τους θείους νόμους και καθαρίζει τον κόσμο.

Κατά καιρούς προτάθηκαν διάφορες μέθοδοι για να σταματήσουν οι πόλεμοι. Πίστεψαν μερικοί ότι η φιλοσοφία θα δώσει ένα σύστημα δικαίου για να εξουδετερώσει την ανισότητα και την αδικία. Οι ανθρωπιστές πίστεψαν ότι ένας κοινός πολιτισμός θα εξουδετερώσει την φιλοπατρία, τη φιλαυτία, την ιδιοτέλεια, τα οποία και δημιουργούν πολέμους. Άλλοι πίστεψαν σαν αντίδοτο του πολέμου τη διεθνοποίηση της επιστήμης, άλλοι τους παγκόσμιους συνδέσμους των εργατών, οι οποίοι θα μπορούσαν να γκρεμίσουν τις κεφαλαιοκρατικές τάσεις που δημιουργούν τους πολέμους. Άλλοι θεώρησαν ότι η κοινωνία των εθνών, ο ΟΗΕ λόγου χάριν, και οι συμμαχίες και οι συνασπισμοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο των πολέμων. Άλλοι πάλι θεώρησαν ότι για να μην ξεσπάσει πόλεμος, η λύση ήταν οι πολεμικές προπαρασκευές με το σλόγκαν: «Εαν θέλεις ειρήνη, παρασκεύαζε πόλεμο». Όλα αυτά δείχνουν ότι, οι άνθρωποι σε όλα και παντού μπορεί να πιστέψουν, αλλά όχι εκεί που πρέπει, δηλαδή στον Ιησού Χριστό. Όπως τότε που γεννήθηκε ο Χριστός δεν βρέθηκε τόπος για να γεννηθεί, έτσι και τώρα στην εποχή μας δεν υπάρχει τόπος στις καρδιές για Εκείνον. Με όλα συμβιβάζονται οι άνθρωποι, με το χρήμα, με τις μυστικές εταιρίες, τους συνεταιρισμούς, με τη δύναμη. Με το Χριστό, ωστόσο, δεν σκέφτονται να συμβιβαστούν. Κι όμως ΜΟΝΟ ο Χριστός μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα του πολέμου. Ο χριστιανισμός χρησιμοποιεί σαν βάση και μέσο την αρετή, δηλαδή την αγάπη, τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, τη θυσία. Καταπολεμεί τον πόλεμο η πίστη μας, όχι με τη δύναμη, αλλά με την αναγέννηση και την αλλαγή του ανθρώπου. Πετυχαίνει νίκες όχι με τα όπλα, αλλά με τη θυσία, όπως το βλέπουμε στο παράδειγμα του Κυρίου και των μαρτύρων. Ο χριστιανισμός δεν εναντιώνεται στον πατριωτισμό, που είναι θεάρεστος, αλλά τον βάζει υπηρέτη στο θείο θέλημα. Ο πόλεμος θα περιοριστεί αρχικά με τη δικαιοσύνη και θα εκλείψει με την εκκοπή των παθών. Η βασιλεία του Θεού είναι το ιδανικό στο οποίο πρέπει να αποβλέπουμε, για να έρθει στον κόσμο η ειρήνη.


oodegr.com

Θα κλείσω αυτή τη μικρή παρέμβαση καλώντας όλους τους δειλούς να γνωρίζουν κάτι….. ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΗΡΩΕΣ ΥΠΗΡΞΑΝ ΔΕΙΛΟΙ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΑΝ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΣΟΥΡΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ….  Ιδού λοιπόν η Ρόδος ιδού και το πήδημα!

ΠΑΝΑΝΔΡΟΣ  ΕΛΛΗΝ

Διαβάστε όλο το άρθρο

Loading...

Συμπληρώστε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα από το Triklopodia πρώτοι!:

Στείλε μας το άρθρο σου

Loading…



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr




Loading…

Για άμεση ενημέρωση πατήστε follow και ακολουθήστε μας στο twitter