Για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, ο κόσμος ζει κάτω από τη σκιά των πυρηνικών όπλων, αλλά και κάτω από έναν άγραφο κανόνα που, παρά τους πολέμους, τις κρίσεις και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, δεν έχει παραβιαστεί από το 1945: κανένα κράτος δεν έχει χρησιμοποιήσει ξανά πυρηνικό όπλο σε πόλεμο.
Σήμερα, όμως, καθώς η ένταση μεταξύ του Ιράν, του Ισραήλ και των ΗΠΑ κλιμακώνεται επικίνδυνα, ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο επανέρχεται στους στρατηγικούς κύκλους: Θα μπορούσαν η Ουάσιγκτον ή το Tel Aviv να εξετάσουν τη χρήση πυρηνικών όπλων εναντίον του Ιράν;
Το γεγονός και μόνο ότι η συζήτηση αυτή διεξάγεται αποκαλύπτει πόσο επικίνδυνα έχει μεταβληθεί το διεθνές περιβάλλον.
Ορισμένοι αναλυτές έχουν υποστηρίξει ότι ορισμένες βαθιά υπόγειες εγκαταστάσεις όπως το Fordow είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταστραφούν με συμβατικά όπλα.
Σοκ σε μυστική σύσκεψη στον Λευκό Οίκο – Αποκάλυψη Seymour Hersh
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump συμβουλεύθηκε πρόσφατα τους υφισταμένους του σχετικά με τη… σκοπιμότητα χρήσης πυρηνικών όπλων κατά του Ιρά
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συζήτηση στην οποία ο Αμερικανός ηγέτης αναφέρθηκε στα πυρηνικά όπλα πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα και σε αυτήν συμμετείχαν υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε πλήγματα εναντίον υπόγειων εγκαταστάσεων παραγωγής πυραύλων στο Ιράν και, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, ο Αμερικανός ηγέτης ρώτησε αν η χρήση πυρηνικών όπλων για την καταστροφή ορισμένων από αυτές τις εγκαταστάσεις ήταν «σκοπιμη».
Όπως επισημαίνει ο Seymour Hersh, τουλάχιστον ένας συμμετέχων στη συνάντηση σοκαρίστηκε από το γεγονός ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορούσε τόσο επιπόλαια να συζητά την πιθανότητα ενός πυρηνικού πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Donald Trump εμφανίστηκε αναστατωμένος και οργισμένος, και εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με έναν άνθρωπο που «δεν θέλει με τίποτα να υποστεί ήττα στο Ιράν».
Ο Donald Trump συνέλαβε επίσης την ιδέα να προειδοποιήσει τις ιρανικές αρχές ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει «εξαιρετικά σοβαρά» το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κλιμάκωσης.
Προφανώς, γράφει ο δημοσιογράφος, ο Donald Trump απετράπη ακόμη και από το να..αρθρώσει οιαδήποτε υπόνοια απειλής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει πυρηνικά όπλα.
Από εκεί προέρχεται μεγάλο μέρος της συζήτησης περί «πυρηνικής επιλογής», καθώς κάποιοι θεωρητικοί αναρωτιούνται εάν ακόμη και οι ισχυρότερες συμβατικές βόμβες επαρκούν.
Το μοναδικό κράτος που χρησιμοποίησε πυρηνικά
Υπάρχει μία ιστορική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Μόνο μία χώρα έχει χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα σε πόλεμο: Οι ΗΠΑ.
Οι βομβαρδισμοί στη Hiroshima και στο Nagasaki τον Αύγουστο του 1945 δεν αποτέλεσαν απλώς στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Άνοιξαν μια νέα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία, όπου η δυνατότητα ολοκληρωτικής καταστροφής έγινε μέρος της διεθνούς πολιτικής.
Έκτοτε, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ως εγγυήτρια της παγκόσμιας ασφάλειας και της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη παραμένει και η μοναδική δύναμη που απέδειξε στην πράξη ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τέτοια όπλα όταν το κρίνει αναγκαίο εξηγεί σε ανάλυσή του το Cradle.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί κάθε συζήτηση περί πυρηνικού πλήγματος εναντίον του Ιράν προκαλεί τεράστια ανησυχία.

Το Ισραήλ και η πολιτική της στρατηγικής ασυλίας
Παράλληλα, το Ισραήλ εξακολουθεί να διατηρεί την πολιτική της λεγόμενης «πυρηνικής ασάφειας».
Επισήμως δεν επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει την κατοχή πυρηνικού οπλοστασίου.
Στην πράξη, όμως, θεωρείται ευρέως ότι διαθέτει σημαντικό αριθμό πυρηνικών κεφαλών, γεγονός που του προσδίδει μια μοναδική στρατηγική θέση στη Μέση Ανατολή.
Οι επικριτές του Tel Aviv υποστηρίζουν ότι η χώρα απολαμβάνει ένα καθεστώς ιδιότυπης ασυλίας, καθώς ενώ απαιτεί από άλλες χώρες να μην αποκτήσουν πυρηνικές δυνατότητες, η ίδια δεν υπόκειται στον ίδιο βαθμό διεθνούς ελέγχου.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης.
Η αυταπάτη του «περιορισμένου» πυρηνικού πλήγματος
Ορισμένοι στρατηγικοί αναλυτές έχουν κατά καιρούς αναφερθεί στη χρήση ενός «τακτικού» πυρηνικού όπλου, ενός μικρότερης ισχύος πυρηνικού μηχανισμού που θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων ή απομονωμένων περιοχών.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη λογική.
Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει «ελεγχόμενη» χρήση πυρηνικού όπλου αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες αυταπάτες της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης.
Ακόμη και αν μια πυρηνική έκρηξη πραγματοποιούνταν σε έρημη περιοχή του Ιράν, το πολιτικό και ψυχολογικό αποτέλεσμα θα ήταν τεράστιο.
Το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν σαφές: Τα πυρηνικά όπλα μπορούν ξανά να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο πολιτικού εκβιασμού.
Και από τη στιγμή που αυτό το μήνυμα θα σταλεί, καμία διεθνής συνθήκη δεν θα μπορεί να αποτρέψει άλλες χώρες από το να επιδιώξουν τη δική τους πυρηνική αποτροπή.

Η συζήτηση για τα πυρηνικά αποκαλύπτει στρατηγικό αδιέξοδο
Ένα ακόμη ερώτημα που συχνά αποφεύγεται στη δημόσια συζήτηση αφορά τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο επανέρχονται σενάρια πυρηνικής χρήσης εναντίον του Ιράν.
Πολλοί γεωπολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η εμφάνιση τέτοιων σεναρίων δεν αποτελεί ένδειξη ισχύος, αλλά πιθανώς ένδειξη στρατηγικής απογοήτευσης.
Παρά την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η πραγματικότητα είναι ότι το Ιράν παραμένει ένα ιδιαίτερα δύσκολο στρατηγικό πρόβλημα.
Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον και το Tel Aviv έχουν επενδύσει τεράστιους πόρους σε κυρώσεις, μυστικές επιχειρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις, στοχευμένες δολοφονίες και στρατιωτική πίεση.
Ωστόσο, το ιρανικό κράτος όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά διατήρησε τη συνοχή του, ανέπτυξε σημαντικές πυραυλικές δυνατότητες και δημιούργησε ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και εταίρων.
Η γεωγραφία του Ιράν αποτελεί από μόνη της έναν τεράστιο παράγοντα αποτροπής.
Πρόκειται για μια χώρα με τεράστια έκταση, ορεινούς όγκους, διασκορπισμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και σημαντικό στρατηγικό βάθος.
Το Ιράν δεν μπορεί να εξουδετερωθεί με συμβατικά μέσα
Σε αντίθεση με άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες, το Ιράν δεν αποτελεί στόχο που μπορεί εύκολα να εξουδετερωθεί μέσω περιορισμένων αεροπορικών επιδρομών.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι κάθε συζήτηση περί «πυρηνικής επιλογής» αποκαλύπτει ουσιαστικά τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος.
Εάν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν βέβαιοι ότι μπορούν να επιτύχουν τους στρατηγικούς τους στόχους μέσω συμβατικών μέσων, τότε η πυρηνική διάσταση δεν θα εμφανιζόταν καν στη δημόσια συζήτηση.
Με άλλα λόγια, η ύπαρξη τέτοιων σεναρίων μπορεί να ερμηνευθεί ως έμμεση παραδοχή ότι ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική μηχανή του κόσμου δυσκολεύεται να επιβάλει αποφασιστική λύση απέναντι σε ένα κράτος με το μέγεθος, τον πληθυσμό και τις δυνατότητες του Ιράν.
Από αυτή την οπτική, η συζήτηση για τα πυρηνικά δεν αποκαλύπτει τη δύναμη των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Αποκαλύπτει το στρατηγικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν όταν προσπαθούν να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε οριστική πολιτική νίκη.
Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τα συγκεκριμένα σενάρια τόσο επικίνδυνα.
Διότι στην ιστορία, οι πιο επικίνδυνες αποφάσεις συχνά δεν λαμβάνονται από εκείνους που αισθάνονται παντοδύναμοι, αλλά από εκείνους που διαπιστώνουν ότι η ισχύς τους δεν αρκεί για να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκουν.
Το παράδοξο της αποτροπής
Εάν ο στόχος μιας πυρηνικής επίθεσης ήταν να αποτραπεί το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικές δυνατότητες, τότε το αποτέλεσμα πιθανότατα θα ήταν ακριβώς το αντίθετο.
Κάθε κράτος που θα παρακολουθούσε μια τέτοια εξέλιξη θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: Όποιος δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα είναι ευάλωτος.
Όποιος διαθέτει πυρηνικά όπλα είναι ασφαλέστερος.
Με άλλα λόγια, ένα πυρηνικό πλήγμα όχι μόνο δεν θα σταματούσε τη διάδοση των πυρηνικών όπλων, αλλά θα λειτουργούσε ως ο ισχυρότερος καταλύτης για την επιτάχυνσή της.
Το Ιράν δεν είναι Hiroshima
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι η ίδια η γεωγραφία του Ιράν.
Το Ιράν είναι μία από τις μεγαλύτερες χώρες της περιοχής, με τεράστια έκταση, δύσβατα βουνά, εκτεταμένες υποδομές και πληθυσμό δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η ιδέα ότι μία ή δύο πυρηνικές βόμβες θα μπορούσαν να «εξαλείψουν» το Ιράν ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της πολιτικής ρητορικής παρά της στρατιωτικής πραγματικότητας.
Ακόμη και η Τεχεράνη μία από τις μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές της Μέσης Ανατολής, δεν θα μπορούσε να καταστραφεί ολοκληρωτικά από ένα μόνο πυρηνικό πλήγμα.
Η καταστροφή θα ήταν τρομακτική.
Αλλά το Ιράν δεν είναι μόνο η Τεχεράνη.
Και η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι κοινωνίες σπάνια παραδίδονται επειδή δέχονται βίαια πλήγματα.
Συχνά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Η κατάρρευση της διεθνούς τάξης
Το μεγαλύτερο ερώτημα δεν αφορά καν το Ιράν.
Αφορά τον κόσμο που θα προκύψει μετά.
Τι θα συμβεί στο ΝΑΤΟ εάν οι ΗΠΑ εμπλακούν άμεσα σε ένα πυρηνικό πλήγμα;
Πώς θα αντιδράσουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες;
Πώς θα αντιδράσουν η Ρωσία, η Κίνα, το Πακιστάν ή η Βόρεια Κορέα;
Πόσες χώρες θα αποφασίσουν ότι ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι η απόκτηση πυρηνικών όπλων;
Η χρήση πυρηνικών δεν θα επηρέαζε μόνο τη Μέση Ανατολή.
Θα άλλαζε τους κανόνες του διεθνούς συστήματος για δεκαετίες.
Ένα προηγούμενο χωρίς επιστροφή
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ μπορούν τεχνικά να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα.
Μπορούν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οποιαδήποτε πολιτική ηγεσία είναι διατεθειμένη να αναλάβει την ευθύνη για την κατάρρευση του σημαντικότερου ταμπού που διατήρησε ο κόσμος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Διότι τη στιγμή που θα ξεπεραστεί το πυρηνικό κατώφλι, τίποτα δεν θα είναι ίδιο.
Δεν θα πρόκειται απλώς για μια επίθεση εναντίον του Ιράν.
Θα πρόκειται για ένα γεγονός που θα μεταβάλει ολόκληρη τη διεθνή τάξη, θα επιταχύνει την παγκόσμια πυρηνική κούρσα και θα εγκαινιάσει μια εποχή στην οποία η απειλή της πυρηνικής βίας θα επιστρέψει στο κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής.
Και από εκείνο το σημείο και μετά, η ανθρωπότητα ίσως να μην μπορέσει ποτέ να επιστρέψει στον κόσμο που γνώριζε μέχρι σήμερα.









