Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικής ανάλυσης – αρθρογράφου
Πριν από λίγους μήνες, μέσα από το Egerssi.gr “Η δημοσιογραφία υπηρετεί τον διάλογο, όχι τον μονόλογο…”, είχαμε θέσει ένα απλό ερώτημα: Ποια δημοσιογραφία θέλουμε;
Αφορμή ήταν η επεισοδιακή τηλεοπτική συνέντευξη του Γιάννη Σγουρού στην εκπομπή του Σταμάτη Ζαχαρού στο ONE, η οποία κατέληξε στην αποχώρηση του πρώην Περιφερειάρχη Αττικής από τη σύνδεση.
Τότε γράφαμε ότι «η δημοσιογραφία υπηρετεί τον διάλογο, όχι τον μονόλογο». Δεν αμφισβητήσαμε το δικαίωμα κανενός δημοσιογράφου να έχει πολιτική άποψη. Ούτε, βεβαίως, το δικαίωμά του να υποβάλλει σκληρές ερωτήσεις.
Το αντίθετο.
Ο δημοσιογράφος οφείλει να ελέγχει την εξουσία, να πιέζει τους πολιτικούς, να αμφισβητεί τις εύκολες απαντήσεις.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά:
Άλλο η δύσκολη ερώτηση και άλλο η μετατροπή της ενημέρωσης σε προσωπική αντιπαράθεση.
Τότε το περιστατικό σχολιάστηκε και στην εκπομπή «Το Μαξίμου Ακούει» από τον Νίκο Νικολόπουλο και τον Παναγιώτη Αποστόλου. “Τι είπε πραγματικά ο Σγουρός για τη συγκυβέρνηση; Η δήλωση που προκάλεσε πολιτική θύελλα”
Σήμερα, όμως, το θέμα αποκτά διαφορετική και πολύ σοβαρότερη διάσταση.
Από την αντιπαράθεση με τον Σγουρό στα Τέμπη…
Στις 2 Οκτωβρίου 2026, δημοσιεύματα προκάλεσαν έντονη δημόσια συζήτηση για όσα ειπώθηκαν από τον Σταμάτη Ζαχαρό στην εκπομπή του στο ONE, κατά τη διάρκεια συνομιλίας με τον δικηγόρο Θωμά Στάικο.
Η συζήτηση αφορούσε την τραγωδία των Τεμπών και ειδικότερα την Εριέττα Μόλχο, θύμα της τραγωδίας, της οποίας η σορός δεν έχει εντοπιστεί.
Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», όταν τέθηκε το συγκεκριμένο ζήτημα, ο παρουσιαστής αναρωτήθηκε:
«Μήπως δεν ήταν στο τρένο;» και συνέδεσε την τοποθέτησή του με αναφορά σε αγνοουμένους του Πολυτεχνείου. Η συγκεκριμένη φράση καταγράφηκε επίσης από σειρά άλλων μέσων ενημέρωσης και προκάλεσε αντιδράσεις.
Εδώ χρειάζεται ψυχραιμία.
Δεν θα αποδώσουμε χαρακτηρισμούς. Δεν θα δικάσουμε προθέσεις.
Θα μείνουμε στα λόγια που ακούστηκαν δημόσια και ο καθένας μπορεί να τα αξιολογήσει.
Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες δημοσιογραφικό ερώτημα:
Όταν μιλάμε για μια τραγωδία με 57 νεκρούς και για οικογένειες που εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις, πού σταματά η δημοσιογραφική αμφισβήτηση και πού αρχίζει η υποχρέωση σεβασμού στα τεκμηριωμένα γεγονότα και στους ανθρώπους που έχασαν τα παιδιά και τους συγγενείς τους;
Η ελευθερία του λόγου είναι αδιαπραγμάτευτη.
Το ίδιο όμως και η ευθύνη που τη συνοδεύει.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση…
Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από δημοσιογραφικής πλευράς.
Τον Μάρτιο του 2026 η «Εφημερίδα των Συντακτών» είχε δημοσιεύσει εκτενές ρεπορτάζ με τίτλο:
«Εκατοντάδες εκατομμύρια για “συμβουλευτικές υπηρεσίες”: Ο “κύβος” της… Alitheias».
Το δημοσίευμα αναφερόταν στην εταιρεία The Cube Εταιρεία Συμβούλων ΙΚΕ, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο των δημοσίων σχέσεων, της επικοινωνίας, της διαφήμισης και της διοργάνωσης εκδηλώσεων.
Σύμφωνα με το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, ο Σταμάτης Ζαχαρός συμμετέχει στην εταιρεία με ποσοστό 40%. Η ίδια πηγή αναφέρει ως άλλους μετόχους την Ευαγγελία και τον Παναγιώτη Βόγλη, με ποσοστά 40% και 20% αντιστοίχως.
Πρόκειται για ισχυρισμούς συγκεκριμένου, επώνυμου δημοσιεύματος και ως τέτοιους τους μεταφέρουμε.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν όμως και τα οικονομικά μεγέθη.
Η «Εφ.Συν.» ανέφερε ότι η εταιρεία ξεκίνησε με κύκλο εργασιών περίπου 152.833 ευρώ, ο οποίος αυξήθηκε σε 388.399 ευρώ το 2022, πλησίασε τις 600.000 ευρώ το 2023 και έφθασε περίπου στις 680.000 ευρώ το 2024.
Για το 2025 το ίδιο δημοσίευμα τοποθετούσε τον κύκλο εργασιών κοντά στις 900.000 ευρώ.
Τα τελευταία διαθέσιμα εταιρικά δεδομένα που εντοπίσαμε εμφανίζουν για τη χρήση του 2025 κύκλο εργασιών περίπου 898.980 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ως προς το μέγεθος του τζίρου τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα.
Από μόνο του αυτό, φυσικά, δεν αποδεικνύει τίποτε μεμπτό.
Μια ιδιωτική εταιρεία έχει κάθε δικαίωμα να αναπτύσσεται, να αυξάνει τον κύκλο εργασιών της και να συνεργάζεται νόμιμα με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς.
Το ερώτημα βρίσκεται αλλού.
Ποιοι εμφανίζονται ως πελάτες;
Σύμφωνα πάντα με την έρευνα της «Εφ.Συν.», μεταξύ των φορέων με τους οποίους είχε συνεργασίες η εταιρεία περιλαμβάνονται το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, υπουργεία, η ΔΥΠΑ, ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
Υπάρχει μάλιστα δημόσιο έγγραφο του Υπερταμείου στο οποίο η The Cube Consulting Company αναφέρεται ως PR Agency, γεγονός που επιβεβαιώνει τουλάχιστον μία δημόσια καταγεγραμμένη συνεργασία της εταιρείας στον ευρύτερο χώρο φορέων που συνδέονται με το Δημόσιο.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα.
Όχι οι καταδίκες.
Τα ερωτήματα!
Δημοσιογράφος και επιχειρηματίας: Πού μπαίνει η γραμμή;
Δεν υπάρχει τίποτε παράνομο από μόνο του στο να είναι ένας δημοσιογράφος ταυτόχρονα επιχειρηματίας.
Ούτε αποτελεί απόδειξη εξάρτησης το γεγονός, ότι μια εταιρεία στην οποία συμμετέχει συνεργάζεται με φορείς του Δημοσίου.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Όμως η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο με το ερώτημα «είναι νόμιμο;».
Κρίνεται και με το ερώτημα: «Είναι διαφανές; Είναι ηθικό;»
Και κυρίως:
«Γνωρίζει ο πολίτης όλες τις σχέσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πραγματική ή ακόμη και φαινομενική σύγκρουση συμφερόντων;»
Όταν ένας δημοσιογράφος σχολιάζει καθημερινά την κυβέρνηση, υπουργούς, δημόσιους οργανισμούς, αντιπολίτευση και μεγάλα πολιτικά ζητήματα, ενώ παράλληλα φέρεται, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, να συμμετέχει σε εταιρεία επικοινωνίας με συμβάσεις ή συνεργασίες με δημόσιους φορείς, τότε η συζήτηση περί διαφάνειας δεν αποτελεί προσωπική επίθεση.
Αποτελεί θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος δικαιούται να έχει αυτές τις δύο ιδιότητες.
Προφανώς και δικαιούται, εφόσον τηρείται το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Το ερώτημα είναι αν οι δύο ιδιότητες πρέπει να είναι απολύτως διακριτές και απολύτως γνωστές στο κοινό.
Και επιστρέφουμε στον Γιάννη Σγουρό…
Κάπως έτσι, το περιστατικό του Ιουνίου αποκτά σήμερα μια διαφορετική διάσταση.
Όταν ο Γιάννης Σγουρός αποχώρησε από τη συγκεκριμένη τηλεοπτική συνέντευξη, εμείς δεν γράψαμε, ότι ένας δημοσιογράφος δεν έχει δικαίωμα να τον πιέζει.
Γράψαμε το ακριβώς αντίθετο:
«Η δημοσιογραφία είναι λειτούργημα. Αποστολή του δημοσιογράφου είναι να θέτει ακόμη και τις πιο δύσκολες ερωτήσεις, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον συνομιλητή του να απαντήσει».
Και καταλήγαμε:
«Η δημοκρατία απαιτεί διάλογο, όχι διακοπές. Επιχειρήματα, όχι εντυπώσεις».
Αυτή ήταν η θέση μας τότε και αυτή παραμένει σήμερα.
Μόνο που τώρα υπάρχει ένα πρόσθετο ερώτημα.
Ο δημοσιογράφος που απαιτεί απαντήσεις από τους άλλους πρέπει να είναι έτοιμος να απαντήσει και ο ίδιος όταν προκύπτουν ζητήματα που αφορούν τη δημόσια εικόνα και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
Οι απαντήσεις θα είχαν ενδιαφέρον…
Γι’ αυτό και αντί χαρακτηρισμών, εμείς προτιμούμε συγκεκριμένα ερωτήματα:
Ισχύει η μετοχική συμμετοχή 40% στην The Cube Consulting Company που δημοσίευσε η «Εφ.Συν.»;
Ποιες ακριβώς συμβάσεις ή συνεργασίες έχει αναλάβει η εταιρεία με υπουργεία, δημόσιους οργανισμούς και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα;
Ποιο είναι το συνολικό οικονομικό αντικείμενο αυτών των συνεργασιών;
Υπάρχει εσωτερικός μηχανισμός αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων όταν στην τηλεοπτική ή διαδικτυακή δημοσιογραφική δραστηριότητα τίθενται ζητήματα που αφορούν φορείς με τους οποίους συνεργάζεται η εταιρεία;
Και ενημερώνεται το τηλεοπτικό κοινό όταν ενδέχεται να υπάρχει τέτοια επαγγελματική σχέση;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα ήταν πολύ πιο χρήσιμες από οποιονδήποτε προσωπικό χαρακτηρισμό.
Και φυσικά, εφόσον δοθούν, οφείλεται να δημοσιευθούν με την ίδια προβολή.
Πρέπει η δημοσιογραφία να ελέγχει την Εξουσία και δεν πρέπει να αφήνει σκιές για τη σχέση μαζί της…
Η υπόθεση δεν αφορά τελικά έναν δημοσιογράφο.
Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Αφορά τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφία, την επικοινωνία, τις δημόσιες σχέσεις, τις επιχειρήσεις και το κράτος.
Σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη προς τα Μέσα Ενημέρωσης δοκιμάζεται, ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει ποιος του μιλά, από ποια θέση του μιλά και ποιες επαγγελματικές σχέσεις ενδέχεται να συνυπάρχουν με τον δημόσιο δημοσιογραφικό του ρόλο.
Δεν χρειάζονται ούτε προσωπικές επιθέσεις ούτε δικαστήρια προθέσεων.
Χρειάζεται διαφάνεια.
Γιατί ο δημοσιογράφος έχει κάθε δικαίωμα να ρωτά.
Να αμφισβητεί.
Να ελέγχει.
Να πιέζει.
Ακριβώς όμως επειδή διαθέτει αυτή τη δύναμη, έχει αυτή την ευθύνη, οφείλει να αποδέχεται ότι και ο ίδιος μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δημοσιογραφικού ελέγχου.
Και όταν τίθενται συγκεκριμένα στοιχεία στο δημόσιο πεδίο, η καλύτερη απάντηση δεν είναι η σιωπή ούτε η πόλωση.
Είναι τα στοιχεία.
Όλα στο φως.
Για όλους!!




